Δημοτικά σχολεία : Επτά “αγκάθια” για μαθητές και δασκάλους.

Επτά «αγκάθια» ταλαιπωρούν μαθητές και εκπαιδευτικούς
στα δημοτικά σχολεία της χώρας, με τα κυριότερα να εντοπίζονται στον μεγάλο
όγκο της διδακτέας ύλης, στη δυσκολία κατανόησης του περιεχομένου των σχολικών
εγχειριδίων, στον υπερβολικό φόρτο εργασιών για το σπίτι αλλά και στην ελλιπή
επιμόρφωση των δασκάλων.
Ο όγκος της μελέτης και των εργασιών που παίρνουν για το σπίτι οι μαθητές του
δημοτικού είναι στα περισσότερα γνωστικά αντικείμενα μεγάλος

Τα Μαθηματικά της Ε΄ τάξης, η Ιστορία της ΣΤ΄ και τα
Μαθηματικά της Β΄ δημοτικού, φαίνεται πως παρουσιάζουν τις μεγαλύτερες
δυσκολίες σε μία σειρά θεμάτων, από τον όγκο της ύλης έως και την κατανόησή
της.
Στην έρευνα που πραγματοποίησε το Ινστιτούτο Εκπαιδευτικής
Πολιτικής σε 322 σχολικούς συμβούλους της πρωτοβάθμιας εκπαίδευσης για όλα τα
γνωστικά αντικείμενα αποτυπώνονται οι δυσκολίες που αντιμετωπίζουν στην
καθημερινότητά τους χιλιάδες μαθητές όλων των τάξεων.
Δύσκολες έννοιες σε μία σειρά μαθημάτων όλων των
τάξεων, γνωστικά αντικείμενα στα οποία αυξάνονται υπερβολικά οι απαιτήσεις σε
σχέση με την προηγούμενη τάξη, είναι δύο από τις «πληγές» στο δημοτικό σχολείο
που κάνουν τη ζωή δύσκολη σε πολλούς μαθητές.
Επτά αγκάθια για μαθητές και δασκάλους

Οι δυσκολίες δεν σταματούν βέβαια κατά τη διάρκεια της
παράδοσης των μαθημάτων, αλλά συνεχίζονται και στο σπίτι, καθώς, όπως φαίνεται
από τα αποτελέσματα της έρευνας, σε αρκετά γνωστικά αντικείμενα, οι μαθητές
παίρνουν από το σχολείο υπερβολικό φόρτο εργασιών.

Οι ερωτώμενοι σχολικοί σύμβουλοι στην πλειονότητά τους
θεωρούν ότι τα Μαθηματικά της Ε΄ Δημοτικού, η Ιστορία της ΣΤ΄ Δημοτικού και τα
Μαθηματικά της Β΄ Δημοτικού παρουσιάζουν τις μεγαλύτερες δυσκολίες όσον αφορά:
Επτά αγκάθια για μαθητές και δασκάλους
    Τον όγκο του διδακτικού
περιεχομένου σε σχέση με τον πραγματικό διδακτικό χρόνο.
    Τις δυσκολίες που συναντούν οι εκπαιδευτικοί στη διδασκαλία
του διδακτικού περιεχομένου τους.
    Τη συμβολή της οργάνωσης των περιεχομένων τους στη
διδασκαλία.
    Τις έννοιες που περιέχουν όσον αφορά στην κατανόησή τους από
πλευράς των μαθητών.
    Την ανεπάρκεια του προγραμματισμένου διδακτικού χρόνου.
    Την υπερβολική αύξηση των απαιτήσεων του γνωστικού
αντικειμένου και του αντίστοιχου βιβλίου σε σχέση με την προηγούμενη τάξη.
    Κατά παρόμοιο τρόπο οι ερωτώμενοι στην πλειονότητά τους
θεωρούν ότι απαιτείται περαιτέρω επιμόρφωση των εκπαιδευτικών στη μεθοδολογία
των διδακτικών εγχειριδίων των Μαθηματικών της Ε΄ Δημοτικού, των Φυσικών
Επιστημών (Φυσικά) της Ε΄ και της ΣΤ΄ Δημοτικού και των Μαθηματικών της Β΄
Δημοτικού και της Ιστορίας της ΣΤ΄ Δημοτικού.
Επίσης η πλειονότητα των σχολικών συμβούλων θεωρεί ότι
είναι υπερβολικός ο φόρτος των εργασιών που ανατίθενται στο σπίτι, για τα
Μαθηματικά της Ε΄ Δημοτικού, τα Μαθηματικά της ΣΤ΄ Δημοτικού, τα Μαθηματικά της
Β΄ Δημοτικού και την Ιστορία της ΣΤ΄ Δημοτικού.
Οι ερωτώμενοι στο μικρότερο ποσοστό τους φαίνεται ότι
εντοπίζουν δυσκολίες ως προς το σύνολο των ανωτέρων ζητημάτων για τα γνωστικά
αντικείμενα της Μελέτης Περιβάλλοντος, της Κοινωνικής και Πολιτικής Αγωγής και
των Θρησκευτικών για όλες τις τάξεις.
Ωστόσο, ως προς το ερώτημα σχετικά με τον βαθμό στον
οποίο θεωρούν ότι το διδακτικό περιεχόμενο των γνωστικών αντικειμένων στο
Δημοτικό βοηθά αφενός στην ανάπτυξη των ικανοτήτων και αφετέρου στη σύνδεση της
μάθησης με πραγματικές καταστάσεις της καθημερινής ζωής το υψηλότερο αποτέλεσμα
(σκορ) συγκεντρώνουν το διδακτικό περιεχόμενο της Μελέτης Περιβάλλοντος και των
Φυσικών Επιστημών για το πρώτο και δεύτερο ερώτημα καθώς επίσης και της
Κοινωνικής και Πολιτικής Αγωγής κυρίως για το δεύτερο ερώτημα.
ΤΑ ΒΑΣΙΚΟΤΕΡΑ ΠΡΟΒΛΗΜΑΤΑ
«Βουνό» τα Μαθηματικά Β’ και Ε’ τάξης και η Ιστορία της ΣΤ’
«Μπαστούνια» φαίνεται πως βρίσκουν τα Μαθηματικά της
Β΄ και Ε΄ δημοτικού, σύμφωνα με τους σχολικούς συμβούλους που συμμετείχαν στην
έρευνα, οι μαθητές, καθώς αυξάνονται υπερβολικά οι απαιτήσεις σε σχέση με το
επίπεδο της προηγούμενης τάξης. Πάνω από 8 στους 10 ερωτηθέντες απάντησαν πως
υπάρχει τεράστια διαφορά για την Ε΄ τάξη, ενώ το ποσοστό πέφτει στο 69,47% για
τη Β΄ τάξη.
Ο όγκος της μελέτης και των εργασιών που παίρνουν για
το σπίτι είναι στα περισσότερα γνωστικά αντικείμενα μεγάλος. Αυτή άλλωστε είναι
ίσως και η βασικότερη αιτία των επικειμένων αλλαγών που ανακοίνωσε προχθές ο
υπουργός Παιδείας Ανδρέας Λοβέρδος.
Ο στόχος του υπουργείου Παιδείας είναι λιγότερες
πληροφορίες και περισσότερη γνώση. Εξορθολογισμός της ύλης, εισαγωγή μίας ώρας
μελέτης στο ημερήσιο πρόγραμμα, ώστε οι μαθητές και οι μαθήτριες να έχουν κάθε
μέρα να προετοιμαστούν για λιγότερα μαθήματα.
Αυτή τη στιγμή, βέβαια, η εικόνα στο δημοτικό είναι
εντελώς διαφορετική. Υπερβολικό φόρτο εργασίας για το σπίτι διαπιστώνουν οι
σχολικοί σύμβουλοι για τα Μαθηματικά της Β΄, Ε΄ και Στ΄, για την Ιστορία Στ΄,
για τη Γλώσσα Ε΄ και Στ΄ κ.λπ.
Πρόβλημα όμως αντιμετωπίζουν και οι εκπαιδευτικοί με
τη διδασκαλία ορισμένων μαθημάτων. Σχεδόν 9 στους 10 ερωτηθέντες τόνισαν ότι
στα Μαθηματικά της Ε΄ δημοτικού συναντούν δυσκολίες στη διδασκαλία, ενώ το
αντίστοιχο ποσοστό για τη Β΄ τάξη φτάνει το 80%. Δύο στους τρεις εκπαιδευτικούς
δυσκολεύονται με την Ιστορία της Στ΄ τάξης.
Τα μικρότερα προβλήματα πάντως εντοπίζονται στα
Θρησκευτικά, στην Κοινωνική και Πολιτική Αγωγή και στη Μελέτη. Πάνω από τους
μισούς σχολικούς συμβούλους υποστήριξαν ότι για εννέα σχολικά εγχειρίδια δεν
επαρκεί ο προγραμματισμένος χρόνος. Πρόκειται για τα γνωστικά αντικείμενα των Μαθηματικών,
της Ιστορίας, της Φυσικής και της Γλώσσας.

Δημοτικά σχολεία: Μείωση μαθημάτων, έλευση προγραμμάτων.

Οι χτεσινές
εξαγγελίες του υπουργού Παιδείας, Α. Λοβέρδου – που έγιναν κατά τη διάρκεια
συνάντησης με το Εθνικό Συμβούλιο Παιδείας (ΕΣΥΠ) – για τις επερχόμενες
αναδιαρθρώσεις στην Πρωτοβάθμια Εκπαίδευση, επιβεβαιώνουν ότι και η Πρωτοβάθμια
Εκπαίδευση – όπως και όλες οι εκπαιδευτικές βαθμίδες – αποτελεί πεδίο
επιτάχυνσης της προσαρμογής της στις κεντρικές κατευθύνσεις της ΕΕ και του
ΟΟΣΑ.

Συγκεκριμένα,
ο υπουργός Παιδείας προπαγανδίζοντας τη χαρά των αγορών στο πλαίσιο μιας
«δημόσιας εκπαίδευσης που θα προσφέρει στον μαθητή τις ικανότητες – κλειδιά του
21ου αιώνα – δημιουργικότητα, συνεργατικότητα, εξεύρεση λύσεων, σύνθεση
πληροφοριών, παραγωγή καινοτομιών», ανακοίνωσε τη «δυνατότητα διαμόρφωσης
μέρους του ωρολογίου προγράμματος από τη σχολική μονάδα (ποσοστό περίπου 10%)
με βάση τις ανάγκες, τις δυνατότητες, τη σύνθεση του μαθητικού πληθυσμού, τις
ιδιαίτερες συνθήκες λειτουργίας της
». Βασικό στοιχείο των αναδιαρθρώσεων
στο Δημοτικό δεν θα είναι η εύηχη διακήρυξη περί μείωσης της ύλης, αλλά η
μείωση των ωρών διδασκαλίας υποχρεωτικών μαθημάτων του σχολείου σε όφελος
διαφόρων προγραμμάτων που θα διαφοροποιούνται από σχολείο σε σχολείο. Θα υποχωρούν
τα μαθήματα και το χώρο τους θα καταλαμβάνουν τα προγράμματα.
Είπε σχετικά
στην εισήγησή του ο υπουργός: «Για παράδειγμα, η μία από τις τέσσερις ώρες
μαθήματος της Φυσικής Αγωγής (Α’ – Δ’ τάξη) μπορεί να διατεθεί για τις βασικές
δράσεις του προγράμματος “Κοινωνικό Σχολείο” (π.χ. διατροφή, κανόνες
υγιεινής, προστασία από μολυσματικές ασθένειες, αντιμετώπιση ξενοφοβίας και
ρατσισμού). Επίσης, στην ώρα του μαθήματος “Μελέτη Περιβάλλοντος” (Α’
– Δ’ τάξη) ο εκπαιδευτικός μπορεί να επιλέξει μία από τις δράσεις του
“Κοινωνικού Σχολείου”, π.χ. “Προαγωγή της υγείας και πρόληψη
μολυσματικών ασθενειών”
».
Στην
πραγματικότητα αυτό που επιδιώκει η κυβέρνηση – το οποίο αποτελεί σταθερά στόχο
των ευρωενωσιακών ντιρεκτίβων – είναι η διαφοροποίηση του προγράμματος ενός σχολείου,
θέτοντας διαφορετικούς μορφωτικούς στόχους, χαμηλώνοντας σκόπιμα τον πήχη
γνώσης στα παιδιά των λαϊκών στρωμάτων, δημιουργώντας σχολεία πολλών ταχυτήτων,
οδηγώντας στην ταξική κατηγοριοποίηση σχολείων, εκπαιδευτικών και μαθητών.
Ακόμη, ο
υπουργός Παιδείας εξήγγειλε σε μια προοπτική:
  • Πιστοποίηση
    της Αγγλικής (επίπεδο Α2) στην τελευταία τάξη του Δημοτικού Σχολείου, μέσω
    του κρατικού πιστοποιητικού γλωσσομάθειας και της χρήσης Η/Υ μέσω του
    κρατικού πιστοποιητικού πληροφορικής στην τελευταία τάξη του Γυμνασίου.
  • Αξιολόγηση
    ανά τακτά διαστήματα σε κάθε σχολική μονάδα.
  • Εφαρμογή
    προγραμμάτων εγγραμματισμού των μαθητών που υστερούν.
  • Ενότητα
    όμορων σχολικών μονάδων για την εφαρμογή προγραμμάτων διασχολικής
    επιμόρφωσης, τη δημιουργία Ομίλων και Κοινωνικού Φροντιστηρίου, την
    οργανική τοποθέτηση σ’ ένα σχολείο των εκπαιδευτικών ειδικότητας που
    τοποθετήθηκαν στα Δημοτικά Σχολεία.
  • Ενίσχυση
    της αυτονομίας της σχολικής μονάδας. Οργανική σύνδεση νηπιαγωγείου –
    δημοτικού.
Για την
«τράπεζα θεμάτων»
Στάχτη στα
μάτια μαθητών και γονιών επιχειρεί να ρίξει προεκλογικά η κυβέρνηση με
παρεμβάσεις στην «τράπεζα θεμάτων». Συγκεκριμένα, ο υπουργός Παιδείας
ανακοίνωσε χτες τη διακοπή τροφοδότησης της «Τράπεζας Θεμάτων» για το τρέχον
σχολικό έτος από 21 Γενάρη και τον περιορισμό του αριθμού των θεμάτων ανά
μάθημα, για την Α’ και Β’ Λυκείου.
Πρόκειται για
παρεμβάσεις που δεν απαντούν βέβαια στην ανάγκη κατάργησης της «τράπεζας
θεμάτων» και διεξαγωγής ενδοσχολικών εξετάσεων με ευθύνη του σχολείου, το οποίο
είναι και το αίτημα γονιών, μαθητών, εκπαιδευτικών, αλλά ο υπουργός το θεωρεί
«καταστροφικό» για την εκπαιδευτική διαδικασία. Με στόχο λοιπόν να παραμείνει
με λιγότερες αντιδράσεις το μέτρο που – μαζί με άλλες ρυθμίσεις του «νέου»
λυκείου – έστειλε μετεξεταστέους χιλιάδες μαθητές, το υπουργείο εξαγγέλλει
μείωση των αναρτημένων θεμάτων στην «τράπεζα».

ΡΙΖΟΣΠΑΣΤΗΣ (Άρθρο της Θ. Δριμάλα) : Μια πρώτη προσέγγιση για τις προωθούμενες αλλαγές στην Πρωτοβάθμια Εκπαίδευση

Σταθερά στη
ρότα της ίδιας αντιδραστικής εκπαιδευτικής πολιτικής

Το υπουργείο
Παιδείας, μετά τις αναδιαρθρώσεις στα ΑΕΙ, που έδεσαν στην κυριολεξία τα
πανεπιστήμια με τις επιχειρήσεις, και τις μεγάλες αλλαγές στη Δευτεροβάθμια
Εκπαίδευση (ΔΕ) με το «νέο» Λύκειο και την Τράπεζα «Θυμάτων», όπως πετυχημένα
την ονομάζουν οι μαθητές στις κινητοποιήσεις τους, καταπιάνεται πλέον με την
Πρωτοβάθμια Εκπαίδευση (ΠΕ).
Δεν είναι
πρώτη φορά που γίνεται κάτι τέτοιο. Μπορεί να μην έχει ψηφιστεί εδώ και χρόνια
«νόμος – πλαίσιο» για το Νηπιαγωγείο και το Δημοτικό, ωστόσο μέσα από
εγκυκλίους, αλλαγές στα αναλυτικά προγράμματα σπουδών, στα ωρολόγια
προγράμματα, στα σχολικά βιβλία, η Πρωτοβάθμια Εκπαίδευση – όπως και όλες οι
βαθμίδες – βρίσκεται συνεχώς σε έλεγχο και τροποποιήσεις με ζητούμενο: Να
επιταχυνθεί η τάση διαφοροποίησης στα σχολεία, να προσαρμοστεί η ΠΕ πιο
αποτελεσματικά στις κεντρικές κατευθύνσεις που προκύπτουν από τα ντοκουμέντα
της Ευρωπαϊκής Ενωσης, του ΟΟΣΑ, κ.ά.
Εκπαιδευτικοί
και γονείς έχουν ήδη πείρα
Ο υπουργός
Παιδείας στην εισήγησή του στο ΕΣΥΠ στις 28/11/2014 ήταν εντελώς σαφής: «Εμείς
σήμερα στρέφουμε το ενδιαφέρον μας στην πραγματική μαθητική ζωή, όπως αυτή
ξεκινά από το Νηπιαγωγείο και συνεχίζεται στο Δημοτικό. Η ένταξη της
Πρωτοβάθμιας Εκπαίδευσης στις προτεραιότητες της εκπαιδευτικής πολιτικής
ανταποκρίνεται… στις προτεραιότητες της Ευρωπαϊκής Ενωσης για έγκαιρες
εκπαιδευτικές παρεμβάσεις»…
Αλλωστε, και
η τελευταία μεταρρύθμιση στο Δημοτικό σχολείο (2006 – 2007), αυτή που αφορά
στην εισαγωγή νέων σχολικών βιβλίων και αναλυτικών προγραμμάτων, πάταγε –
σύμφωνα με τις διακηρύξεις των κυβερνώντων – στις κατευθύνσεις της ΕΕ. Και έχει
σημασία να τονίσουμε το εξής:
Εκείνες οι
αλλαγές αφορούσαν και αφορούν το κεντρικό πρόβλημα της μεθόδου απόκτησης της
γνώσης, της γενικότερης νοητικής συγκρότησης και υποδομής του παιδιού. Ηδη
υπάρχει πλούσια πείρα από εκπαιδευτικούς και γονείς. Δραματική επιδείνωση του
μορφωτικού επιπέδου των μαθητών, της δυνατότητας απόκτησης μιας ορθολογικής
εικόνας του κόσμου, της φύσης και της κοινωνίας.
Το πρόβλημα
δεν ήταν και δεν είναι οι πειραματισμοί στην Εκπαίδευση. Αυτοί είναι αναγκαίοι
και καλοδεχούμενοι, όταν γίνονται με επιστημονικά και παιδαγωγικά κριτήρια. Το
βασικό πρόβλημα είναι ότι στόχος… είναι να δημιουργηθεί στο παιδί μια
υποκειμενική εικόνα του κόσμου. Οπως επίσης στόχος είναι η έμφαση στην
επικοινωνιακή χρήση της γλώσσας, γι’ αυτό αφαίρεσαν – σε σχέση ακόμα και με το
πρόσφατο παρελθόν – πλήθος γλωσσικών κειμένων με αισθητική αξία και
διαπαιδαγωγητική δύναμη.
Γι’ αυτό
λέμε: Εκπαιδευτικοί, γονείς και μαθητές έχουν δίκιο να ανησυχούν. Η πείρα, αλλά
και τα πρώτα δείγματα γραφής που έδωσε το υπουργείο Παιδείας, δείχνουν ότι
δρομολογούνται βαθιές αλλαγές στο Νηπιαγωγείο και στο Δημοτικό, που καθορίζουν
σε μεγάλο βαθμό τη μετέπειτα πορεία του παιδιού. Αλλωστε, οι αλλαγές αυτές
συνδέονται και με την εφαρμογή του λεγόμενου «κοινωνικού σχολείου» και των
δράσεών του, που βρίσκονται σε εξέλιξη (θέμα όμως που απαιτεί ξεχωριστή
αρθρογραφία και θα επανέλθουμε).
Ενισχύουν το
σχολείο των δεξιοτήτων
Ηδη από το
2010, στο κείμενο του υπουργείου Παιδείας για το «νέο σχολείο», γινόταν κριτική
στα προγράμματα σπουδών που είχαν μπει στα σχολεία 3 – 4 χρόνια πριν:
«Τα
Προγράμματα Σπουδών που εφαρμόζονται σήμερα, παρά το γεγονός ότι περιγράφουν
την υιοθέτηση σύγχρονων αρχών, δεν έχουν στην πράξη επιφέρει αλλαγές στο
σχολείο».
Ηταν πρόβλημα
για το αστικό κράτος, λοιπόν, ότι οι αναδιαρθρώσεις δεν είχαν επιταχυνθεί στο
βαθμό που ήθελε το κεφάλαιο. Με βάση αυτή την εκτίμηση, δρομολογήθηκε το 2011 η
εισαγωγή νέων πιλοτικών αναλυτικών προγραμμάτων σε Νηπιαγωγείο, Δημοτικό και
Γυμνάσιο, προετοιμάζοντας το έδαφος για τη γενικευμένη εφαρμογή τους.
Σήμερα, με
βάση τις εξαγγελίες του υπουργού Παιδείας, οι πιθανές αλλαγές σε Νηπιαγωγείο
και Δημοτικό, τα νέα σχολικά βιβλία, θα έχουν ως βάση εκείνα τα πιλοτικά
προγράμματα σπουδών.
Και για να μη
θεωρηθεί ότι κάνουμε υποθέσεις, ας δούμε πώς, μέσα από την ίδια την εισήγηση
του υπ. Παιδείας, μπαίνει το ζήτημα.
Ως προς τη
μεθοδολογία, ενισχύει την ήδη υπάρχουσα διαθεματική προσέγγιση, μέθοδο που στην
ηλικία αυτή, που το παιδί δεν έχει αφομοιώσει τα διάφορα επιστημονικά
αντικείμενα (Γλώσσα, Μαθηματικά, Ιστορία, Φυσική…), το οδηγεί σε μια εικόνα
του κόσμου (φύσης και κοινωνίας) που είναι ασύνδετη, χωρίς να μπορεί να κάνει
την αναγκαία γι’ αυτή την ηλικία γενίκευση από το μέρος στο όλο.
Αναγγέλλει τη
γενίκευση του θεσμού των Ολοήμερων Δημοτικών Σχολείων με Ενιαίο Αναμορφωμένο
Εκπαιδευτικό Πρόγραμμα (ΕΑΕΠ), του «νέου» τύπου Δημοτικού σχολείου (στοχεύουν
και στο αντίστοιχο Νηπιαγωγείο), που, χωρίς την εξασφάλιση των αναγκαίων
παιδαγωγικών προϋποθέσεων και υλικών υποδομών, εξαναγκάζει τα παιδιά από 6 ετών
έως 12, δηλαδή από την πρώτη έως την έκτη τάξη, να διδάσκονται πληθώρα
αντικειμένων σε ένα συνεχές 7ωρο! Το παιδί διδάσκεται ξένη γλώσσα από την Α’
Δημοτικού (προτείνεται και από το νηπιαγωγείο!), όταν ακόμα δεν έχει αφομοιώσει
τη μητρική του, γι’ αυτό και υπάρχουν δικαιολογημένες ενστάσεις από τους
επιστήμονες. Διδάσκεται η χρήση του ηλεκτρονικού υπολογιστή (Η/Υ) από την Α’
Δημοτικού, παρά το ότι ειδικοί επιστήμονες τονίζουν ότι το παιδί στην ηλικία
αυτή δεν πρέπει να ξοδεύει χρόνο μπροστά στον υπολογιστή. Να σημειώσουμε ότι το
αναλυτικό πρόγραμμα του νηπιαγωγείου του 2011 επίσης προβλέπει συστηματική
ενασχόληση του νηπίου με τον Η/Υ! Και όλα αυτά, ενώ οι ανάγκες του παιδιού στην
ηλικία αυτή είναι άλλες: Κίνηση, ψυχαγωγία, κ.ά.
Ενα τέτοιο
σχολείο, διευρυμένο με τέτοιους όρους, που γεμίζει το πρόγραμμά του με ό,τι
ειδικότητα είναι διαθέσιμη, δεν μπορεί να δώσει θετική απάντηση στην ανάγκη για
ένα σχολείο διευρυμένης λειτουργίας, που θα ολοκληρώνει τη μορφωτική και
διαπαιδαγωγητική του αποστολή με ενιαίο πρόγραμμα. Και το λέμε αυτό γιατί η
ίδια η πείρα δείχνει ότι στα σχολεία αυτά ενισχύεται η διάσπαση του ενιαίου
χαρακτήρα της εκπαίδευσης, αφού πέρα από το βασικό κορμό των μαθημάτων, που
γίνονται σκόρπια στο διάστημα 8.15 π.μ. έως 14.00, κάθε σχολείο έχει ήδη το
δικό του πρόγραμμα ανάλογα με τις ειδικότητες που του παρέχονται! Ετσι, έχουμε
τμήματα αυτών των σχολείων που το παιδί διδάσκεται Μαθηματικά την 5η ή και την
7η ώρα, που είναι κατάκοπο, ενώ ταυτόχρονα μπορεί να κάνει δύο φορές τη μέρα το
ίδιο μάθημα, τη στιγμή που το διπλανό σχολείο δεν το διδάσκεται καν!
Ο υπουργός
Παιδείας, με την εισήγησή του στο Εθνικό Συμβούλιο Παιδείας (ΕΣΥΠ), ανακοινώνει
ότι στοχεύει στη «δημιουργία των προϋποθέσεων της κατανόησης του φαινομένου της
Ευρωπαϊκής Ενωσης»! Καθένας μπορεί να καταλάβει τι σημαίνει τούτο. Αν έως τώρα,
τα δημόσια σχολεία κατακλύζονταν από ευρωπαϊκά προγράμματα, αυτό θα γενικευτεί,
ώστε να κατανοήσουν τα παιδιά «το φαινόμενο της ΕΕ» από την πλευρά φυσικά της
ΕΕ! Δηλαδή, η παραχάραξη της Ιστορίας, η αποθέωση της ΕΕ, η εξιλέωσή της από
την εμπλοκή της στους ιμπεριαλιστικούς πολέμους και τη φτώχεια στην οποία έχει
καταδικάσει τους λαούς, θα είναι συνήθης διαδικασία.
Στην ίδια
εισήγηση μιλάει για εξορθολογισμό της διδακτέας ύλης, αναγνωρίζοντας ότι τα
τελευταία χρόνια είχε κατέβει η δυσκολία προς τα κάτω, άρα «η αναδιάταξη της
ύλης ορίζεται από την ανάγκη μεταφοράς δύσκολων διδακτικών αντικειμένων από
μικρότερες σε μεγαλύτερες τάξεις». Εχει βάση αυτός ο ισχυρισμός; Χρειάζεται
πράγματι αναδιάταξη και εξορθολογισμός της ύλης;
Κανείς δεν
φαίνεται να διαφωνεί με αυτό. Το ζήτημα είναι η κατεύθυνση της αλλαγής, δεν
είναι απλά πόσες σελίδες ή πόσα κεφάλαια θα βγουν. Για παράδειγμα, οι αλλαγές
στα αναλυτικά προγράμματα δικαιολογούνται και ως απάντηση στο φορτωμένο
πρόγραμμα του μαθητή. Ποιος δε θυμάται, άραγε, το σύνθημα «η τσάντα στο
σχολείο» της Διαμαντοπούλου, που κι αυτό ακόμα δεν έγινε;
Η μείωση της
διδακτέας ύλης, όπως γίνεται σήμερα, στην πραγματικότητα εντάσσεται στη λογική
της παροχής χρηστικών πληροφοριών και στην αφαίρεση κάθε διαχρονικού –
δοκιμασμένου από την παιδαγωγική πράξη – επιστημονικού στοιχείου για την
αλήθεια και την πραγματικότητα.
Η μείωση της
ύλης δεν είναι προοδευτικό μέτρο από μόνη της. Για παράδειγμα, στο ζήτημα της
Γλώσσας, σήμερα γίνεται μέσα από την αφαίρεση του δημιουργικού στοιχείου των
γλωσσικών μαθημάτων, τη διδασκαλία της μητρικής με όρους επικοινωνίας
(διδάσκεται ως ξένη γλώσσα), χωρίς κανόνες και Γραμματική, που είναι και το
απαραίτητο σημείο αναφοράς για την εκμάθηση και την αφομοίωση του γλωσσικού
πλούτου της ελληνικής γλώσσας.
Αν θέλουμε,
λοιπόν, να γίνει αναδιάταξη της ύλης με κριτήριο τις σύγχρονες μορφωτικές
απαιτήσεις και δυνατότητες, τότε χρειάζεται συνολική αλλαγή κατεύθυνσης.
Η προσοχή
πρέπει λοιπόν να στραφεί αλλού. Πραγματικός εξορθολογισμός της ύλης πρέπει να
γίνει λαμβάνοντας υπόψη τις ψυχικές και διανοητικές ικανότητες και ανάγκες των
παιδιών κάθε ηλικίας. Χρειάζεται, επίσης, τα βιβλία και τα αναλυτικά
προγράμματα να επικεντρωθούν στα πιο ουσιαστικά και ανθεκτικά στο χρόνο
στοιχεία της γνώσης, στις αρχές και τους νόμους που διέπουν την εξέλιξη της
φύσης και της κοινωνίας. Απαιτείται ενιαίο πρόγραμμα και ενιαίο σχολείο και όχι
διαφοροποιημένο πρόγραμμα και σχολείο.
Το
διαφοροποιημένο σχολείο δεν είναι λύση στο πρόβλημα της ποιότητας του σχολείου
Αυτόν ακριβώς
τον ενιαίο χαρακτήρα του σχολείου είναι που εχθρεύεται διαχρονικά κάθε
παραλλαγή της αστικής εκπαιδευτικής πολιτικής, αλλά και οι διάφορες
μικροαστικές θεωρίες (στο όνομα της ελευθερίας).
Ο υπουργός
Παιδείας, όταν κάνει λόγο για μείωση, αναδιάταξη και προσαρμογή της ύλης, λέει
ξεκάθαρα τι εννοεί: Κάθε σχολείο θα διαφοροποιεί το πρόγραμμά του (ωρολόγιο,
αναλυτικό, κ.τ.λ.) ανάλογα με «τις ανάγκες (;), τις δυνατότητες, τις ιδιαίτερες
συνθήκες του»!
«Και πού
είναι το πρόβλημα;», μπορεί να ρωτήσει κάποιος καλοπροαίρετα. Οταν μιλάμε για
διαφοροποίηση του προγράμματος ενός σχολείου, δεν εννοούμε την προσπάθεια του
εκπαιδευτικού να σκύψει στις ιδιαίτερες ανάγκες κάθε μαθητή. Αυτό γίνεται σε
γενικές γραμμές από τους δασκάλους (όσο τους επιτρέπουν οι συνθήκες μέσα στη
σχολική τάξη) και σωστά γίνεται. Το πρόβλημα γεννιέται, όταν, στο όνομα της
διαφοροποίησης, θέτεις διαφορετικούς μορφωτικούς στόχους, χαμηλώνεις τον πήχη
για τα παιδιά που ξεκινούν από διαφορετικές, άνισες κοινωνικές, πολιτιστικές
αφετηρίες και τελικά περιορίζεις το μέλλον του παιδιού στον ταξικό ορίζοντα που
του προσδιόρισε η ταξική κοινωνία. Και δεν είναι μόνο η καπιταλιστική κρίση που
φέρνει αυτό το πρόβλημα στην επιφάνεια, με τα χιλιάδες παιδιά που ζουν χωρίς
φαΐ, χωρίς ρεύμα και θέρμανση και με ζητούμενο την καθημερινή επιβίωση. Το
πρόβλημα είναι διαχρονικό, γιατί έχει ταξική βάση. Αρα, όταν προσαρμόζεις το
πρόγραμμα στις ανάγκες του παιδιού (αλήθεια, ποιος προσδιορίζει αυτές τις
ανάγκες, αν όχι ο ταξικός του ορίζοντας;) με μια λογική του στιλ «δεν πρέπει να
πιέζουμε τα παιδιά και να τους θέτουμε αυξημένες απαιτήσεις», τελικά οδηγείς –
και από αυτό το δρόμο – στην ταξική κατηγοριοποίηση σχολείων, εκπαιδευτικών και
μαθητών, δηλαδή στα σχολεία πολλών ταχυτήτων.
Για ένα
τέτοιο σχολείο απαιτείται και ένας νέος ρόλος στον εκπαιδευτικό. Γι’ αυτό η
εισήγηση δίνει έμφαση στη δυνατότητα του «καινοτόμου» εκπαιδευτικού να ορίζει
«το τι (περιεχόμενο) και το πώς (μέθοδο) της εκπαιδευτικής πράξης», δηλαδή να
αλλάζει και να προσαρμόζει το περιεχόμενο της διδασκαλίας του, ώστε, με βάση τα
παραπάνω, να μαθαίνουν τα παιδιά με βάση την τάξη τους και το επίπεδο της
οικογένειάς τους. Καλείται, δηλαδή, ο εκπαιδευτικός «να αναλάβει την ευθύνη της
εκπαιδευτικής διαδικασίας, σεβόμενος ένα πλαίσιο αρχών που ορίζουν τα
νομοθετικά κείμενα», δηλαδή να εφαρμόσει το «νέο» «κοινωνικό» σχολείο, να
συμβάλει στη διαφοροποίηση – κατηγοριοποίηση των σχολείων, των εκπαιδευτικών
και των μαθητών, άρα και του ίδιου, και γι’ αυτό θα λογοδοτεί, θα κρίνεται, θα
«αξιολογείται». Τον θέλουν συμμέτοχο στο έγκλημα δηλαδή!
Χωρίς να θέλουμε
να ανοίξουμε παραπέρα αυτό το θέμα, χρειάζεται να κάνουμε μια υπενθύμιση.
Πραγματικά καινοτόμοι παιδαγωγοί, που έμειναν στην Ιστορία αλλά και άφησαν
ανεξίτηλα το στίγμα τους στις ψυχές των μαθητών, ήταν αυτοί που επιδίωξαν να
ξεκολλήσουν τους «φτωχοδιάβολους» μαθητές τους από μια προδιαγεγραμμένη πορεία,
να τους κάνουν μορφωμένους ανθρώπους με το άλφα κεφαλαίο.
Το ταξικά
διαφοροποιημένο σχολείο φέρνει και νέο τρόπο αξιολόγησης του μαθητή. Αυτή δε θα
γίνεται με βάση το τι πρέπει να μάθει το παιδί ανάλογα με την ηλικία του και τη
σχολική τάξη αλλά το τι «μπορεί να μάθει» το παιδί. Αυτή η επιφανειακά
προοδευτική αντίληψη, στην ουσία της φέρνει ακόμα μεγαλύτερη ταξικότητα.
Χαμηλώνει τους μορφωτικούς στόχους ενώ ανοίγει διάπλατα τις πόρτες στο να
θεωρηθεί η κατάκτηση της γνώσης ως ατομική υπόθεση του κάθε παιδιού!
Διαμορφώνεται
η αντίστοιχη δομή για την παραπέρα διαφοροποίηση των σχολείων
Μέσα από την
εισήγηση του υπ. Παιδείας:
Ξεκαθαρίζεται
η δυνατότητα της σχολικής μονάδας να διαμορφώνει το πρόγραμμά της. Ετσι, θα
δίνεται η «δυνατότητα μερικής διαμόρφωσης των προγραμμάτων από τη σχολική
μονάδα, με βάση τις ανάγκες, τις δυνατότητες, τις ιδιαίτερες συνθήκες του κάθε
σχολείου (Ειδικής Αγωγής, Νησιωτικά, Ορεινά)». Δηλαδή, εδώ ο υπουργός
αναγνωρίζει ότι τα παιδιά των λαϊκών οικογενειών στα ορεινά χωριά ή στα
αποκλεισμένα από τις συγκοινωνίες νησιά, θα μαθαίνουν όσα επιτρέπουν οι
συνθήκες αυτές, δηλαδή ελάχιστα! Παράλληλα, αναγνωρίζει ότι η σχολική μονάδα θα
καθορίζει «τις ώρες που είναι αναγκαίες, το εύρος ή τη δυσκολία των
προγραμμάτων σπουδών …με βάση τις ιδιαιτερότητες που έχει, όπως η σύνθεση του
μαθητικού πληθυσμού (Ρομά, παιδιά μεταναστών, παιδιά από οικογένειες ανέργων ή
με χαμηλά εισοδήματα)». Δηλαδή, μας λέει ότι ένα σχολείο με Ρομά θα τους
μαθαίνει λίγα, τα παιδιά ανέργων δε χρειάζονται και πολλά (εδώ δεν τους δίνουμε
φαΐ, μόρφωση θα τους δώσουμε;), ενώ τα παιδιά από οικογένειες χαμηλών
εισοδημάτων θα μαθαίνουν τα ανάλογα! Αντί, δηλαδή, να παρθούν μέτρα στήριξης
της οικογένειας (συγκοινωνία, δουλειά ή τουλάχιστον επίδομα ανεργίας), για να
μπορεί και το παιδί να ανταποκριθεί στην εκπαιδευτική διαδικασία, αντί γι’
αυτό, θα προσαρμόζεται το σχολικό πρόγραμμα στο χαμηλό επίπεδο διαβίωσής του,
για να τελειώνουμε με τη μόρφωση αυτών των παιδιών, που δε χρειάζονται και
πολλά.
Με βάση τις
εξαγγελίες του υπουργείου «αναβαθμίζεται» η Ευέλικτη Ζώνη, ώστε να περάσουν και
σ’ αυτή δράσεις του «κοινωνικού» σχολείου αλλά και διάφορα άλλα προγράμματα
«για την αειφορία», «σύνδεσης του σχολείου με την τοπική κοινωνία» (βλέπε
δήμους, επιχειρήσεις…), ανάδειξης της «τοπικής ιστορίας – πολιτισμού –
οικονομίας». Ο κατακερματισμός του σχολείου σε προγράμματα και ζώνες, όπως στα
ΕΑΕΠ που προαναφέραμε και όχι μόνο.
Το «νέο»
σχολείο θέλει και την ανάλογη αλλαγή στη διοίκηση τόσο της σχολικής μονάδας όσο
και σε επίπεδο Περιφέρειας και Διεύθυνσης. Ετσι, θα παρέχεται «ενίσχυση της
αυτονομίας, του σχεδιασμού σε όλα τα επίπεδα, του προγραμματισμού, της
αξιολόγησης του εκπαιδευτικού έργου και της λογοδοσίας. Ισχυροποίηση των
Περιφερειακών Διευθύνσεων με αποκέντρωση, “καθετοποίηση”, και
αντιστοίχιση υπηρεσιών με κέντρο διαχείρισης προσωπικού την Περιφέρεια
Εκπαίδευσης». Στην ουσία, η σχολική μονάδα θα είναι «αυτόνομη», με ευθύνη στα
οικονομικά και το πρόγραμμά της, και η Περιφερειακή Διεύθυνση θα λειτουργεί ως
μικρό υπουργείο Παιδείας, με ευθύνη στο πρόγραμμα, στο σφαγείο της
«αξιολόγησης», στον καλύτερο δυνατό «εξορθολογισμό» του προσωπικού, στη λογική
φυσικά της κινητικότητας, που έχει ήδη ξεκινήσει και επεκτείνεται.
Εκπαιδευτικοί «μόνιμοι» και συμβασιούχοι αεί περιφερόμενοι!
Τα διάφορα
ευρωπαϊκά προγράμματα, για «περιορισμό της Σχολικής Διαρροής (Early School
Leaving) στην οποία δίνει έμφαση η ΕΕ», που αφορούν «πρώτιστα το Νηπιαγωγείο
και το Δημοτικό Σχολείο», θα χρησιμοποιούνται όχι για να ενισχύουν τα παιδιά
των ευπαθών ομάδων (λαϊκών οικογενειών, ανέργων, ορεινών περιοχών, παιδιών με
ειδικές ανάγκες…) αλλά για «μετασχηματισμό προγραμμάτων σύμφωνα με τις
ανάγκες – δεξιότητες των παιδιών, ώστε να μην αποθαρρύνονται από τις δυσκολίες σκληρών
προγραμμάτων σπουδών και εγκαταλείπουν το σχολείο». Δηλαδή, επιβεβαιώνει το
υπουργείο Παιδείας ότι και μέσω των προγραμμάτων θα προσαρμόζουν το αναλυτικό
πρόγραμμα του σχολείου στο επίπεδο των παιδιών που προέρχονται από τα λαϊκά
στρώματα, για αναπαραγωγή φτηνού εργατικού δυναμικού.
Η σύνδεση του
σχολείου με την τοπική κοινωνία διαπνέει και τα δύο κείμενα (εγκύκλιο για το
«κοινωνικό» σχολείο και εισήγηση του υπουργού Παιδείας στο ΕΣΥΠ 28/11/2014).
Στο σχολείο και στη διαδικασία της μάθησης παρεμβαίνουν όλοι οι εμπλεκόμενοι
φορείς, «οι κοινωνικοί εταίροι (βλέπε επιχειρήσεις), οι φορείς της τοπικής
αυτοδιοίκησης, οι γονείς και οι σύλλογοι γονέων και κηδεμόνων». Ολοι αυτοί θα
είναι και συνδιαμορφωτές του σχολικού προγράμματος, άρα και φορείς της αυτονομίας
και διαφοροποίησης των σχολείων.
Ποιος μίλησε
λοιπόν για μόρφωση;
Προωθούν ένα
σχολείο προσανατολισμένο στις δεξιότητες, με λιγότερα επιστημονικά αντικείμενα
(μαθήματα) και περισσότερα προγράμματα, που θα δίνουν στο παιδί σκόρπιες
πληροφορίες και γνώσεις, αλλά δε θα το βοηθάνε να αποκτήσει κριτική σκέψη και
στέρεη γνώση. Ενα σχολείο που θα κατεβάσει τον πήχη των απαιτήσεων στις λαϊκές
αλλά και δυσπρόσιτες περιοχές (βλέπε εισήγηση υπ. Παιδείας στο ΕΣΥΠ
28.11.2014), ώστε το παιδί να μαθαίνει μόνο όσα είναι απαραίτητα για το
συγκεκριμένο επίπεδο διαβίωσής του. Ενα σχολείο που ο εκπαιδευτικός –
διαμεσολαβητής θα ωθείται να τρέχει από πρόγραμμα σε πρόγραμμα και να βάζει σε
δεύτερη μοίρα τα βασικά μαθήματα (Γλώσσα, Μαθηματικά, Ιστορία, Φυσική,
Γυμναστική, Αισθητική Αγωγή…). Αντικειμενικά, η διαδικασία αυτή θα οδηγήσει
σε απολύσεις εκπαιδευτικών, όπως έγινε και στα ΕΠΑΛ, όταν κατάργησαν
ειδικότητες. Ο φτωχός γονιός δε θα μπορεί να καλύψει τα μεγάλα κενά στην
εκπαίδευση και επαγγελματική αποκατάσταση του παιδιού του.
Αρα προωθούν
ένα σχολείο ακόμα πιο ταξικό, που θα χτυπήσει τα μορφωτικά δικαιώματα των
παιδιών των λαϊκών οικογενειών, τα εργασιακά των εκπαιδευτικών, θα κάνει τους
γονείς ακόμα καλύτερους πελάτες και τα παιδιά αυριανούς φτηνούς εργαζόμενους.
Συμπερασματικά
μπορούμε να πούμε ότι το «νέο» «κοινωνικό» και «αυτόνομο σε ό,τι αφορά τον
προγραμματισμό και τη διαμόρφωση μέρους του ωρολογίου προγράμματος» σχολείο, θα
είναι ένα σχολείο αντίστοιχο με τις οικονομικές και κοινωνικοταξικές συνθήκες
της περιοχής του, άρα διαφορετικό από το διπλανό του, ένα σχολείο που θα
αναπαράγει τις ταξικές ανισότητες και τελικά θα εξασφαλίζει φτηνό εργατικό
δυναμικό στις επιχειρήσεις.
Ο
εκπαιδευτικός – διαμεσολαβητής καλείται να συμβάλλει στην αναπαραγωγή ενός
εργατικού δυναμικού, που θα εξασφαλίσει την κερδοφορία και την
ανταγωνιστικότητα των επιχειρήσεων, πολλές από τις οποίες θα μπαινοβγαίνουν και
θα κερδοσκοπούν μέσα στο ίδιο το σχολείο και πολύ περισσότερο θα καθορίζουν
τους όρους και τις προϋποθέσεις με βάση τις οποίες θα γίνεται αυτή η
αναπαραγωγή.
Σχολείο και
εκπαιδευτικός θα «αξιολογούνται» για το κατά πόσο προχώρησαν αυτές τις
αναδιαρθρώσεις στο χώρο τους, γι’ αυτό η αξιολόγηση έχει αντικειμενικά ταξικό
πρόσημο, είναι αντιδραστικό εργαλείο και πρέπει να αποτραπεί.
Το «νέο» αυτό
«κοινωνικό» σχολείο είναι το σχολείο που έχουν σήμερα ανάγκη ΕΕ και
επιχειρήσεις, αλλά βρίσκεται στην αντίπερα όχθη από τις σύγχρονες μορφωτικές
ανάγκες των παιδιών των λαϊκών οικογενειών.
Ο λαός σήμερα
χρειάζεται για τα παιδιά του ενιαία αποκλειστικά δημόσια και δωρεάν Εκπαίδευση
με δίχρονη υποχρεωτική Προσχολική Αγωγή και 12χρονο σχολείο, που θα
διαπαιδαγωγούν και θα μορφώνουν όλα τα παιδιά, θα τα ετοιμάζουν να διεκδικήσουν
ζωή, μόρφωση και δουλειά με πλήρη δικαιώματα. Ο εκπαιδευτικός πρέπει να πάρει
θέση σ’ αυτήν την όχθη, για να ανυψώσει την παιδαγωγική και επιστημονική του
υπόσταση και να υπηρετήσει με τον καλύτερο τρόπο τις μορφωτικές ανάγκες των
παιδιών των λαϊκών οικογενειών.
Θεοδώρα
ΔΡΙΜΑΛΑ
Δασκάλα,
μέλος της Πανελλαδικής Γραμματείας του ΠΑΜΕ Εκπαιδευτικών και του ΔΣ της ΔΟΕ

Συνωστισμός μαθητών, υποχρεωτικές μετακινήσεις και χαμένες ώρες

Mε κενά σε
εκπαιδευτικούς φεύγει το πρώτο τρίμηνο της σχολικής χρονιάς στα σχολεία της
Περιφέρειας Θεσσαλονίκης, αφού χάνονται χιλιάδες διδακτικές ώρες. «Γι’ ακόμα
μια φορά, οι διαβεβαιώσεις της συγκυβέρνησης ΝΔ – ΠΑΣΟΚ, μέσω του αρμόδιου
υπουργείου Παιδείας, στην αρχή της σχολικής χρονιάς, για εύρυθμη λειτουργία των
σχολείων, διαψεύδονται», τονίζουν οι βουλευτές του ΚΚΕ Θεοδ. Κωνσταντινίδης
και Ελ. Γερασιμίδου σε σχετική Ερώτηση που κατέθεσαν, πριν μερικές
μέρες, στη Βουλή.

Το ΚΚΕ
επισημαίνει ότι οι Διευθύνσεις Εκπαίδευσης προσπαθούν «να καλύπτουν έντεχνα το
πρόβλημα με την αντιπαιδαγωγική πρακτική της αύξησης των μαθητών ανά τάξη, τις
συμπτύξεις τμημάτων, ακόμα και με καταργήσεις ολοήμερων τμημάτων ή φορτώνοντας
επιπλέον απλήρωτες διδακτικές ώρες στις πλάτες εκπαιδευτικών. Επιπλέον, για την
κάλυψη των κενών πραγματοποιούνται υποχρεωτικές μετακινήσεις εκπαιδευτικών. Οι
συνέπειες αυτής της πολιτικής είναι δραματικές για τους μαθητές, την
εκπαιδευτική διαδικασία και τις εργασιακές σχέσεις και δικαιώματα των
εκπαιδευτικών», τονίζουν και αναφέρονται στο χαρακτηριστικό παράδειγμα του
Δημοτικού Σχολείου στον Χορτιάτη. Εκεί φοιτούν 380 μαθητές και είναι 18τάξιο.
Ομως, στο σχολείο έχουν τοποθετηθεί 19 δάσκαλοι, καθώς υπάρχει ανάγκη ένας
δάσκαλος, ο οποίος έχει αναλάβει και το ολοήμερο σχολείο, να κάνει μαθήματα
κατ’ οίκον σε ασθενή μαθητή με λευχαιμία, που αδυνατεί να πηγαίνει στο σχολείο.
Ομως, εξαιτίας των κενών που υπάρχουν στα σχολεία της Δυτικής Θεσσαλονίκης, η
Δευτεροβάθμια Εκπαίδευση Ανατολικής Θεσσαλονίκης υποχρεώνει, προς το παρόν
προφορικά, το δάσκαλο να επιστρέψει στην αίθουσα, προκειμένου συνάδελφός του να
πάρει απόσπαση σε σχολείο της Δυτικής Θεσσαλονίκης.
Ηδη, γονείς
και μαθητές του σχολείου προβαίνουν σε διαμαρτυρίες στους αρμοδίους, για την
παραπάνω κατάσταση.
«Η
συγκυβέρνηση ΝΔ – ΠΑΣΟΚ και ΕΕ στερούν από τα παιδιά των λαϊκών οικογενειών το
δικαίωμα στη μόρφωση, καταδικάζουν στην ανεργία και την εργασιακή ομηρία τους
εκπαιδευτικούς, στο όνομα της δημοσιονομικής πολιτικής. Η μόνη ρεαλιστική λύση
είναι η άμεση πλήρωση όλων των κενών με μόνιμους μαζικούς διορισμούς, με άμεση
μονιμοποίηση όλων των αναπληρωτών χωρίς όρους και προϋποθέσεις», τονίζουν οι
βουλευτές του ΚΚΕ, ζητώντας κάλυψη των κενών με μόνιμους διορισμούς, ανάκληση
των μετακινήσεων και συνέχιση των μαθημάτων κατ’ οίκον για το μαθητή που δεν
μπορεί να πάει στο σχολείο.

Νέο κύμα μετατάξεων στα σχολεία – Αντιδράσεις από τους εκπαιδευτικούς

Σε νέο «κύμα» μετατάξεων εκπαιδευτικών
προχώρησε αιφνιδιαστικά το υπουργείο Παιδείας παραμονή των Χριστουγέννων,
προκαλώντας τις οξύτατες αντιδράσεις των εκπαιδευτικών ομοσπονδιών που κάνουν
λόγο για τακτοποίηση των «ημετέρων» ενόψει των εκλογών.

Όπως τονίζει στην «Η» ο πρόεδρος της Διδασκαλικής Ομοσπονδίας Ελλάδος (ΔΟΕ) κ.
Χαράλαμπος Κόκκινος, δεκάδες εκπαιδευτικοί ειδικοτήτων της δευτεροβάθμιας
εκπαίδευσης μετακινήθηκαν, χωρίς αξιοκρατικά κριτήρια, στην πρωτοβάθμια
εκπαίδευση σε περιοχές της προτίμησής τους, με αποτέλεσμα να αδικούνται οι
εκπαιδευτικοί οι οποίοι υπηρετούν εδώ και χρόνια στην πρωτοβάθμια εκπαίδευση.
«Δυστυχώς, για ακόμη μια φορά η εκπαιδευτική κοινότητα γίνεται θεατής στο ίδιο
κακόγουστο έργο?

Η άνιση και άδικη
μεταχείριση συνεχίζεται!», αναφέρει η ΔΟΕ σε ανακοίνωσή της, καταγγέλλοντας
αυτή την τακτική που, όπως ισχυρίζεται, όχι μόνο δεν λύνει αλλά δημιουργεί
τεράστια προβλήματα στους εκπαιδευτικούς των ειδικοτήτων. Εν τω μεταξύ, χθες
ανακοινώθηκε από το υπουργείο Παιδείας ότι για το τρέχον σχολικό έτος
(2014-2015) προσλαμβάνονται ως αναπληρωτές 139 εκπαιδευτικοί ειδικοτήτων (ΠΕ01,
ΠΕ02, ΠΕ03, ΠΕ04, ΠΕ05, ΠΕ06, ΠΕ07, ΠΕ09, ΠΕ10, ΠΕ11, ΠΕ12, ΠΕ13, ΠΕ14, ΠΕ17,
ΠΕ18 και ΠΕ19-20), για την κάλυψη λειτουργικών κενών σε σχολεία δευτεροβάθμιας
εκπαίδευσης. Οι προσλαμβανόμενοι οφείλουν να παρουσιαστούν στις οικείες
διευθύνσεις δευτεροβάθμιας εκπαίδευσης για ανάληψη υπηρεσίας την Τετάρτη 7
Ιανουαρίου 2015 όπου και θα τοποθετηθούν, με απόφαση του διευθυντή εκπαίδευσης,
σε κενές θέσεις των σχολείων της περιοχής, στην οποία προσλήφθηκαν, μέχρι και
τη λήξη του διδακτικού έτους.


Εκπαίδευση για τους επιχειρηματίες με ταξικό πρόσημο … Από το Δημοτικό μέχρι το Πανεπιστήμιο

Διαμόρφωση ρεύματος προς την κατάρτιση αλλά
και τη μαθητεία μέσα στο πλαίσιο των σπουδών, σύνδεση των δομών της κατάρτισης
με τον επιχειρηματικό κόσμο, ακόμα μεγαλύτερη πρόσδεση των πανεπιστημίων στις
επιχειρήσεις είναι κάποιοι από τους εμπροσθοβαρείς στόχους του Επιχειρησιακού
Προγράμματος «Ανάπτυξη Ανθρώπινου Δυναμικού, Εκπαίδευση και Διά Βίου Μάθηση»
που αποτελεί ένα από επτά Τομεακά/ Εθνικά Επιχειρησιακά Προγράμματα της
Προγραμματικής Περιόδου 2014 – 2020, με τη συγχρηματοδότηση του ΕΚΤ και της
Πρωτοβουλίας για την Απασχόληση των Νέων. Εγκρίθηκε από την Ευρωπαϊκή Επιτροπή,
στις 18 Δεκέμβρη και περιλαμβάνει δράσεις που εμπίπτουν στο πεδίο αρμοδιοτήτων
του υπουργείου Παιδείας και Θρησκευμάτων, προϋπολογισμού 1,16 δισ. ευρώ.

Το πρόγραμμα
αποτελεί ουσιαστικά μία συμφωνία μεταξύ ελληνικής πολιτείας και ΕΕ για τα
θέματα της εκπαίδευσης και οι δράσεις του χρηματοδοτούνται με εκατομμύρια ευρώ.
Υποβλήθηκε από ελληνικής πλευράς στην ΕΕ αρχικά τον περασμένο Ιούλη και
περιγράφει τις γενικές κατευθύνσεις των αναδιαρθρώσεων στην εκπαίδευση και
απασχόληση μέχρι το 2020, με αφετηρία το στόχο για «καταπολέμηση της ανεργίας».
Από το κείμενο γίνεται φανερό ότι η πραγματική μόρφωση, η παροχή των εφοδίων
εκείνων που θα δημιουργήσουν προσωπικότητες έτοιμες να πάρουν τη μοίρα στα
χέρια τους, που να γνωρίζουν από πού έρχονται και πού πάνε, απουσιάζει από τους
σχεδιασμούς.
Για την
«εξυπηρέτηση της επιχειρηματικής βάσης»
Η στροφή της
μεγάλης μάζας των παιδιών στην πρόωρη επαγγελματική κατάρτιση και τη μαθητεία,
τις οποίες θα καθορίζουν απόλυτα οι επιχειρήσεις, αποτελεί από τους
πρωταρχικούς στόχους, με επίκληση και της διεθνούς εμπειρίας. Οπως
επισημαίνεται, «χρόνιες αδυναμίες εξακολουθούν να υφίστανται και, σε πολλές
περιπτώσεις, έχουν επιδεινωθεί, με πιο χαρακτηριστικά παραδείγματα τη μείωση
της ελκυστικότητας της επαγγελματικής εκπαίδευσης και κατάρτισης, την ολοένα
και πιο δύσκολη μετάβαση από το σχολείο στην εργασία, τους αδύναμους δεσμούς
μεταξύ εκπαίδευσης/ κατάρτισης και αγοράς εργασίας και τέλος, την πολύ χαμηλή
συμμετοχή στη διά βίου μάθηση».
Ως ειδικός
στόχος προβάλλεται και η «θεσμική ενίσχυση και λειτουργική ολοκλήρωση του
Συστήματος Διάγνωσης των αναγκών της αγοράς εργασίας και σύνδεσή του με φορείς
και μηχανισμούς σχεδιασμού εκπαιδευτικών πολιτικών και πολιτικών για την αγορά
εργασίας». Αυτή είναι και η πεμπτουσία των ευρωενωσιακών πολιτικών για την
Παιδεία, με την αγορά βέβαια όχι μόνο να καθορίζει την πορεία ζωής των νέων ανάλογα
με τις άναρχες και εφήμερες ανάγκες της, αλλά και τη διαμόρφωση συνειδήσεων που
θα την υπηρετήσουν.
Αναφορά
γίνεται στις αναδιαρθρώσεις των τελευταίων χρόνων που έχουν βγάλει στο δρόμο
τους μαθητές, έχουν υψώσει νέους φραγμούς στην πρόσβαση στην εκπαίδευση, έχουν
υποβαθμίσει τη μόρφωση για χάρη των εφήμερων δεξιοτήτων. Χαρακτηρίζονται ως
«σημαντικές μεταρρυθμίσεις, μέσα στα περιορισμένα περιθώρια που επιτρέπει η
προσπάθεια για τη δημοσιονομική εξυγίανση της χώρας, έχουν προωθηθεί κατά τη
διάρκεια των τελευταίων ετών για την αντιμετώπιση αυτών των αδυναμιών,
επιφέροντας σταδιακά βελτιώσεις στον τομέα της εκπαίδευσης».
Στο κείμενο
επισημαίνεται ότι «βασική προτεραιότητα αποτελεί η αύξηση της ελκυστικότητας
της επαγγελματικής εκπαίδευσης και κατάρτισης (ΕΕΚ), η οποία στην Ελλάδα
επιλέγεται από τους νέους ολοένα και πιο σπάνια». Πέρα από περισσότερους νέους
στην κατάρτιση, φαίνεται ξεκάθαρα ότι θέλουν και περισσότερους νέους στη
μαθητεία κατά τα διεθνή πρότυπα: «Πολύ μικρή αποδοχή έχει επίσης ο θεσμός της μαθητείας
στην Ελλάδα, όπου λιγότερο από το 1% του ανθρώπινου δυναμικού των επιχειρήσεων
είναι μαθητευόμενοι. Το ποσοστό αυτό σε χώρες με παράδοση στη μαθητεία, όπως
είναι η Γερμανία (5,3%), η Αυστρία (4,7%) και η Σλοβακία (3,6%) είναι πολύ
υψηλότερο».
Στο εταιρικό
σύμφωνο για Πλαίσιο Ανάπτυξης ΕΣΠΑ 2014 – 2020 περιγράφεται πιο ξεκάθαρα ότι
όταν σήμερα μιλούν για «αναβάθμιση» στην εκπαίδευση εννοούν εκπαίδευση για τις
επιχειρήσεις και όχι παροχή γνώσης και εφοδίων για την καλυτέρευση της ζωής του
λαού: «Ο εκσυγχρονισμός και η αναβάθμιση της δευτεροβάθμιας εκπαίδευσης και
ιδιαίτερα της Τεχνικής Επαγγελματικής Εκπαίδευσης με στόχο την εξυπηρέτηση της
παραγωγικής και επιχειρηματικής βάσης, την ανάπτυξη επιχειρηματικού πνεύματος
και η εξοικείωση με τις νέες τεχνολογίες και τα νέα οικονομικά φαινόμενα
παρουσιάζουν σημαντική καθυστέρηση και θα πρέπει προς τούτο να δοθεί ιδιαίτερη
σημασία και έμφαση», αναφέρεται χαρακτηριστικά.
Η δομή και ο
προσανατολισμός του εκπαιδευτικού συστήματος υπακούουν στην αναπαραγωγή αυτής της
κοινωνίας όπου αρχή είναι το κέρδος. Σε αυτό το πλαίσιο, η επαγγελματική
κατάρτιση τίθεται ουσιαστικά σε αντιδιαστολή, σε αντίθεση με τη γενική
εκπαίδευση αντί η ολόπλευρη μόρφωση να αποτελεί τη βάση για μία επαγγελματική
ειδίκευση που θα ακολουθεί.
Σήμερα, τα
παιδιά πρόωρα ωθούνται σε μία επιλογή επαγγέλματος. «Μα θα γίνουν όλοι
επιστήμονες;» είναι η πολύ συνήθης απορία που, από πολλούς εκφράζεται
καλοπροαίρετα. Κατ’ αρχάς, για την εργατική τάξη και τα παιδιά της είναι τιμή ο
τίτλος του εργάτη, εκείνου που παράγει τον πλούτο. Αυτό, όμως, δε σημαίνει ότι
θα παραιτηθούν από το δικαίωμά τους στη μόρφωση. Οταν ένα παιδί τελειώνει το
γυμνάσιο σταματά και η υποχρεωτική εκπαίδευση και καλείται είτε να πάει στο
λύκειο το οποίο επίσης υποβαθμίζεται μορφωτικά και περισσότερο προσανατολίζεται
στην εισαγωγή στην ανώτατη εκπαίδευση, είτε στις δομές επαγγελματικής
εκπαίδευσης και κατάρτισης ΕΠΑΛ – ΣΕΚ (είτε πουθενά). Η θέση για το ενιαίο
12χρονο δημόσιο και δωρεάν σχολείο έχει ως αναπόσπαστο κομμάτι της τη θέση για δημιουργία
δημόσιων δωρεάν υψηλής ποιότητας επαγγελματικών σχολών μετά την ολοκλήρωση του
12χρονου. Οταν, δηλαδή, ο άνθρωπος θα έχει πάρει τις αναγκαίες γνώσεις, θα
είναι σε ηλικία που θα έχει ωριμάσει και δε θα ωθείται σε πρόωρες «εκβιαστικές»
επιλογές ζωής, οι οποίες έχουν πρώτα και κύρια ταξικό πρόσημο.
Εγκαταλείπεται πρόωρα το σχολείο
Ταξικό
πρόσημο έχει και η πρόωρη εγκατάλειψη του σχολείου, η οποία χαρακτηρίζεται ως
«σύνθετο και πολυπαραγοντικό φαινόμενο, το οποίο συνιστά σημαντικό εμπόδιο για
την οικονομική ανάπτυξη και την απασχόληση, ενώ αυξάνει τον κίνδυνο φτώχειας
και κοινωνικού αποκλεισμού». Από αυτήν τη σκοπιά, άλλωστε, αντιμετωπίζεται και
στο πλαίσιο των πολιτικών της ΕΕ, με μέτρα και προγράμματα που αποτυχαίνουν να
την εξαλείψουν, γιατί διατηρούνται αλώβητες οι κοινωνικές αιτίες που
δημιουργούν το πρόβλημα.
Οπως
αναφέρεται, οι επιδόσεις της Ελλάδας όσον αφορά την πρόωρη εγκατάλειψη του
σχολείου παρουσιάζουν σταθερή μείωση από το 2008 έως σήμερα (14,8% το 2008 και
10,2% το 2013) και είναι σχετικά καλύτερες από το μέσο όρο της ΕΕ, ο οποίος το
2013 ανήλθε στο 11,9%.
Ως προς τη
βαθμίδα εκπαίδευσης, το φαινόμενο της πρόωρης σχολικής εγκατάλειψης στην Ελλάδα
εντοπίζεται κυρίως στη Δευτεροβάθμια Εκπαίδευση και ιδιαίτερα στην Τεχνική
Επαγγελματική Εκπαίδευση. Στα Γυμνάσια, το ποσοστό αυτό αγγίζει το 6,5%, στο
Γενικό Λύκειο το 2,3% και στην Τεχνική Επαγγελματική Εκπαίδευση το 21,5%. Τα
ποσοστά αδικαιολόγητης διακοπής της φοίτησης στα δημοτικά σχολεία είναι πολύ
μικρά (<1%) και αφορούν κυρίως ειδικές ομάδες του πληθυσμού, όπως παιδιά των
Ρομά, παιδιά ΑμεΑ, και άλλων ευάλωτων κοινωνικά ομάδων.
Οπως
επισημαίνεται, «οι νέοι που προέρχονται από ευάλωτες ομάδες του πληθυσμού, τα
ΑμεΑ και τα παιδιά με μαθησιακές δυσκολίες έχουν περισσότερες πιθανότητες να
εγκαταλείψουν πρόωρα την εκπαίδευση σε σχέση με άλλους νέους. Παιδιά Ρομά,
παιδιά προερχόμενα από φτωχές οικογένειες ή γενικότερα από ευάλωτες κοινωνικά
ομάδες λαμβάνουν συνήθως μικρότερη και όχι επαρκή στήριξη από τις οικογένειές
τους και έχουν περιορισμένες ευκαιρίες πρόσβασης στη μη τυπική εκπαίδευση και
την άτυπη μάθηση». «Ομάδα υψηλού κινδύνου είναι επίσης οι νέοι με
μεταναστευτικό υπόβαθρο, οι οποίοι στην Ελλάδα εμφανίζουν πολύ υψηλά ποσοστά
εγκατάλειψης του σχολείου (42% το 2012) σε σχέση με τον ευρωπαϊκό μέσο όρο
(27,7% το 2009, 25,4% το 2012)».
Σύνδεση των
πανεπιστημίων «με το επιχειρηματικό περιβάλλον»
Ενα μεγάλο
κομμάτι του επιχειρησιακού προγράμματος αφορά την Ανώτατη Εκπαίδευση και τη
στρατηγική που τη θέλει στραμμένη προς την αγορά και ως προς τη λειτουργία της
και το περιεχόμενό της και ως προς την έρευνα και τα αποτελέσματά της. Οπως
φαίνεται, στόχος είναι η ανώτατη εκπαίδευση να γίνει εργαλείο κερδοφορίας των
επιχειρήσεων από πολλές απόψεις. Η «ενδυνάμωση των δεσμών της τριτοβάθμιας
εκπαίδευσης με την αγορά εργασίας και τον επιχειρηματικό κόσμο», «η σύνδεση της
πανεπιστημιακής διδασκαλίας και έρευνας με το εγχώριο και το διεθνές
επιχειρηματικό περιβάλλον», τίθενται μεταξύ των προτεραιοτήτων για την ανώτατη
εκπαίδευση.
«Ως αδύναμα
σημεία του συστήματος τριτοβάθμιας εκπαίδευσης, αναδεικνύονται ακόμα η δομή και
λειτουργία της τριτοβάθμιας εκπαίδευσης, η αδυναμία σύνδεσης των δεξιοτήτων των
εργαζομένων με τις απαιτήσεις των θέσεων, η απουσία συνεργασιών των
πανεπιστημίων με τις επιχειρήσεις και τους φορείς αξιοποίησης τόσο των
εκπαιδευτικών όσο και των ερευνητικών υπηρεσιών και η έλλειψη υποστήριξης της
έρευνας.
Μάλιστα,
προβλέπεται η δημιουργία προγραμμάτων πρακτικής άσκησης μέσα στο πρόγραμμα
σπουδών. Αναφέρεται χαρακτηριστικά: «Η σύνδεση της τριτοβάθμιας εκπαίδευσης με
την αγορά εργασίας αποτελεί στο πλαίσιο της παρούσας επενδυτικής προτεραιότητας
σημαντική ανάγκη, με στόχο την αύξηση της απασχόλησης και τη μείωση της
ανεργίας των πτυχιούχων. Στην κατεύθυνση αυτή θα υλοποιηθούν δράσεις για την
αύξηση των συνεργασιών μεταξύ των Πανεπιστημιακών Ιδρυμάτων και των
επιχειρήσεων, κυρίως μέσα από προγράμματα Πρακτικής Ασκησης. Προϋπόθεση για την
επιλεξιμότητα των προγραμμάτων πρακτικής άσκησης θα είναι η ενσωμάτωση της
πρακτικής άσκησης στο πρόγραμμα σπουδών ως όρος για την ολοκλήρωση των
σπουδών».
Οι
κατευθύνσεις του προγράμματος μεταφράζονται σε έργα τα οποία χρηματοδοτούνται
με κοινοτικά κονδύλια. Ετσι, για παράδειγμα, ήδη «τρέχουν» προκηρύξεις για
μελέτες όπως η «Μελέτη σύνδεσης των ΑΕΙ με τη διεθνή αγορά υψηλής τεχνολογίας»,
για αναμόρφωση των προγραμμάτων των ΕΠΑΛ, προκειμένου «να προσαρμοστούν οι
δεξιότητες του εκπαιδευμένου προσωπικού» και με έμφαση στην επιχειρηματικότητα
κ.ο.κ.

Αλλάζει η αναλογία μόνιμων και αναπληρωτών εκπαιδευτικών

 Για τέταρτη
χρονιά οι διορισμοί δεν κάλυψαν ούτε το 5% των αποχωρήσεων–συνταξιοδοτήσεων

Τα
τελευταία χρόνια υπάρχει αφενός μια μεγάλη
μείωση του αριθμού των εκπαιδευτικών
, αφετέρου μια δραματική
αλλαγή στις εργασιακές σχέσεις καθώς, πέρα από την αύξηση του ωραρίου που έγινε
το 2013, οι εκπαιδευτικοί, στη συντριπτική τους πλειονότητα, έχουν φορτωθεί
εξωεκπαιδευτικές ευθύνες (καθήκοντα γραμματέα, φύλακα κ.λπ.), οι οποίες, μαζί
με τις γραφειοκρατικές ευθύνες έχουν αλλάξει το κλίμα στα σχολεία.
Παράλληλα,
ένα μεγάλο τμήμα των εκπαιδευτικών «γυροφέρνει» σε 2, 3, 4 και 5 ακόμη σχολεία,
με ό,τι αυτό συνεπάγεται τόσο για τη λειτουργία των σχολείων όσο και για την ψυχοσωματική υγεία
των εκπαιδευτικών.
Ωστόσο,
φέτος, διαμορφώθηκε αθέατα και μια νέα κατάσταση μέσα στα σχολεία που αφορούσε
τις σχέσεις εργασίας ανάμεσα στους εκπαιδευτικούς. Με βάση τα επίσημα στοιχεία,
ο συνολικός αριθμός αναπληρωτών στην Πρωτοβάθμια
Εκπαίδευση
ανέρχεται φέτος περίπου στους 11.000 και στη
Δευτεροβάθμια Εκπαίδευση στους 6.000.
Συνολικά
16.891 εκπαιδευτικοί βρέθηκαν με ελαστικές σχέσεις εργασίας στις σχολικές
μονάδες, οι περισσότεροι εκ των οποίων κάλυψαν οργανικά κενά. Εξ αυτών οι
16.645 είναι πλήρους ωραρίου και οι 246 μειωμένου. Από ΕΣΠΑ είναι οι 10.851.
Η
συντριπτική πλειονότητα των φετινών αναπληρωτών εκπαιδευτικών προσλήφθηκε μέσω ΕΣΠΑ, με
εργασιακά δικαιώματα διαφορετικά από εκείνα των συναδέλφων τους που
προσλήφθηκαν με δαπάνες του κρατικού προϋπολογισμού και βεβαίως πολύ
διαφορετικά από εκείνα των μόνιμων εκπαιδευτικών.
Η
εξέλιξη αυτή δεν είναι ευκαιριακή και τυχαία αλλά έχει σχέδιο και κατεύθυνση.
Είναι μια μορφή «πληρωμένης οδηγίας» με στόχο τη σταδιακή αναδιάρθρωση των
εργασιακών σχέσεων των μόνιμων εκπαιδευτικών. Γιατί βεβαίως αυτοί βρίσκονται
στο στόχαστρο του υπουργείου
Παιδείας
.
Ποιος
είναι ο στόχος; Πρώτον,
με τις διαφορετικές εργασιακές σχέσεις στον ίδιο χώρο να παγιωθούν σταδιακά οι
χειρότερες για όλους ως φυσικό γεγονός.
Δεύτερον,
με το τέλος του ΕΣΠΑ και αφού έχει γίνει η «βρόμικη δουλειά», με ένα νέο
«τέντωμα» του ωραρίου των εκπαιδευτικών, με μείωση των σχολικών μονάδων (μέσω
των νέων συγχωνεύσεων αλλά και του εξοστρακισμού χιλιάδων μαθητών από Λύκεια
και ΕΠΑΛ) και με τη γενίκευση της «κινητικότητας» να μειωθούν οι εκπαιδευτικοί
που απαιτούνται για τη λειτουργία των σχολείων.
Εάν
λάβουμε υπόψη ότι και φέτος, για τέταρτη χρονιά, οι διορισμοί δεν κάλυψαν ούτε το 5%
των αποχωρήσεων–συνταξιοδοτήσεων
, μπορεί εύκολα να αναλογιστεί
κανείς τους όρους λειτουργίας των σχολικών μονάδων. 

H συνολική μείωση των μισθών για τους μόνιμους εκπαιδευτικούς ανέρχεται περίπου στα 200 εκατ. ευρώ! . Αυξάνονται δραματικά οι «ελαστικοί» εκπαιδευτικοί.

Με στόχο τη σταδιακή αναδιάρθρωση των εργασιακών
σχέσεων, αλλάζουν την αναλογία μόνιμων και αναπληρωτών εκπαιδευτικών. Το 2015 η
συνολική μείωση των μισθών για τους μόνιμους ανέρχεται περίπου στα 200 εκατ. ευρώ!

Ο αριθμός των μόνιμων εκπαιδευτικών Πρωτοβάθμιας
(Νηπιαγωγεία, Δημοτικά) και Δευτεροβάθμιας (Γυμνάσια, Λύκεια, ΕΠΑΛ), τον
Δεκέμβριο του 2014, είναι συνολικά περίπου 124.000. Ο συγκεκριμένος αριθμός
καλύπτει πάνω από 14.000 σχολικές μονάδες που λειτουργούν σε όλη τη χώρα.
Για να έχει κανείς μια εικόνα της μείωσης του μόνιμου
εκπαιδευτικού πληθυσμού τα τελευταία πέντε χρόνια (2010–2014), αρκεί να πάρει
υπόψη του την αναλογία αποχωρήσεων/συνταξιοδοτήσεων από τη μια και διορισμών
μονίμων από την άλλη.
Για παράδειγμα, στην Πρωτοβάθμια Εκπαίδευση την
περίοδο 2010/11–2013/14 αποχώρησαν 9.211 εκπαιδευτικοί και στη θέση τους
διορίστηκαν μόλις 272. Ακόμη περισσότερες είναι ο αποχωρήσεις στη Δευτεροβάθμια
Εκπαίδευση, καθώς εδώ στον μεγαλύτερο αριθμό αποχωρήσεων προστέθηκε η
διαθεσιμότητα-απόλυση περίπου 2.000 εκπαιδευτικών τεχνικών ειδικοτήτων.
Συνολικά, στο διάστημα των μνημονιακών πολιτικών «χάθηκαν» πάνω από 25.000
θέσεις μόνιμων εκπαιδευτικών από το Νηπιαγωγείο μέχρι το Λύκειο.
Εργασιακές σχέσεις
Τα τελευταία χρόνια υπάρχει αφενός μια μεγάλη μείωση
του αριθμού των εκπαιδευτικών, αφετέρου μια δραματική αλλαγή στις εργασιακές
σχέσεις καθώς, πέρα από την αύξηση του ωραρίου που έγινε το 2013, οι
εκπαιδευτικοί, στη συντριπτική τους πλειονότητα, έχουν φορτωθεί εξωεκπαιδευτικές
ευθύνες (καθήκοντα γραμματέα, φύλακα κ.λπ.), οι οποίες, μαζί με τις
γραφειοκρατικές ευθύνες έχουν αλλάξει το κλίμα στα σχολεία.
Παράλληλα, ένα μεγάλο τμήμα των εκπαιδευτικών
«γυροφέρνει» σε 2, 3, 4 και 5 ακόμη σχολεία, με ό,τι αυτό συνεπάγεται τόσο για
τη λειτουργία των σχολείων όσο και για την ψυχοσωματική υγεία των
εκπαιδευτικών.
Ωστόσο, φέτος, διαμορφώθηκε αθέατα και μια νέα
κατάσταση μέσα στα σχολεία που αφορούσε τις σχέσεις εργασίας ανάμεσα στους
εκπαιδευτικούς. Με βάση τα επίσημα στοιχεία, ο συνολικός αριθμός αναπληρωτών
στην Πρωτοβάθμια Εκπαίδευση ανέρχεται φέτος περίπου στους 11.000 και στη
Δευτεροβάθμια Εκπαίδευση στους 6.000.
Συνολικά 16.891 εκπαιδευτικοί βρέθηκαν με ελαστικές
σχέσεις εργασίας στις σχολικές μονάδες, οι περισσότεροι εκ των οποίων κάλυψαν
οργανικά κενά. Εξ αυτών οι 16.645 είναι πλήρους ωραρίου και οι 246 μειωμένου.
Από ΕΣΠΑ είναι οι 10.851.
Σύμφωνα με τον κ. Δημήτρη Μπράτη, αιρετό της Κεντρικής
Υπηρεσίας του υπουργείου Παιδείας (ΚΥΣΠΕ), προβλέπεται να προσληφθούν ακόμη περίπου
1.000 εκπαιδευτικοί.
Η συντριπτική πλειονότητα των φετινών αναπληρωτών
εκπαιδευτικών προσλήφθηκε μέσω ΕΣΠΑ, με εργασιακά δικαιώματα διαφορετικά από
εκείνα των συναδέλφων τους που προσλήφθηκαν με δαπάνες του κρατικού
προϋπολογισμού και βεβαίως πολύ διαφορετικά από εκείνα των μόνιμων
εκπαιδευτικών.
Η εξέλιξη αυτή δεν είναι ευκαιριακή και τυχαία, αλλά
έχει σχέδιο και κατεύθυνση. Είναι μια μορφή «πληρωμένης οδηγίας» με στόχο τη
σταδιακή αναδιάρθρωση των εργασιακών σχέσεων των μόνιμων εκπαιδευτικών. Γιατί βεβαίως
αυτοί βρίσκονται στο στόχαστρο του υπουργείου Παιδείας.
Ποιος είναι ο στόχος; Πρώτον, με τις διαφορετικές
εργασιακές σχέσεις στον ίδιο χώρο να παγιωθούν σταδιακά οι χειρότερες για όλους
ως φυσικό γεγονός. Δεύτερον, με το τέλος του ΕΣΠΑ και αφού έχει γίνει η
«βρόμικη δουλειά», με ένα νέο «τέντωμα» του ωραρίου των εκπαιδευτικών, με
μείωση των σχολικών μονάδων (μέσω των νέων συγχωνεύσεων αλλά και του
εξοστρακισμού χιλιάδων μαθητών από Λύκεια και ΕΠΑΛ) και με τη γενίκευση της
«κινητικότητας» να μειωθούν οι εκπαιδευτικοί που απαιτούνται για τη λειτουργία
των σχολείων.
Εάν λάβουμε υπόψη ότι και φέτος, για τέταρτη χρονιά,
οι διορισμοί δεν κάλυψαν ούτε το 5% των αποχωρήσεων–συνταξιοδοτήσεων, μπορεί
εύκολα να αναλογιστεί κανείς τους όρους λειτουργίας των σχολικών μονάδων.
Μειωμένος προϋπολογισμός
Αποκαλυπτικός για τις πραγματικές προθέσεις είναι ο
προϋπολογισμός για την εκπαίδευση για το 2015. Και δεν αναφερόμαστε στη γενική
μείωσή του, αλλά σε ορισμένες αθέατες πλευρές που συνδέονται με το εκπαιδευτικό
προσωπικό και τις νέες εργασιακές σχέσεις που διαμορφώνονται σταδιακά.
•Παρατήρηση πρώτη: Μειώνεται, σύμφωνα με τον
προϋπολογισμό του 2015, ο βασικός μισθός των μόνιμων εκπαιδευτικών Α/βάθμιας
Εκπαίδευσης (Νηπιαγωγεία, Δημοτικά σχολεία) κατά 114,7 εκατ. ευρώ! Επίσης
μειώνεται το επίδομα των διευθυντών σχολείων κατά 7,8 εκατ. ευρώ.
Παράλληλα, μειώνεται κατά 62,4 εκατ. ευρώ ο βασικός
μισθός των καθηγητών της Δευτεροβάθμιας Εκπαίδευσης και κατά 800.000 ευρώ το
επίδομα των διευθυντών Γυμνασίων και Λυκείων. Αν αθροιστούν οι μειώσεις στους
βασικούς μισθούς, στις οικογενειακές παροχές και στα επιδόματα ευθύνης και
ειδικής απασχόλησης, το 2015 η συνολική μείωση ανέρχεται περίπου στα 200 εκατ.
ευρώ.
•Παρατήρηση δεύτερη: Σύμφωνα με τον νέο προϋπολογισμό
(2015), σε αντίθεση με τη μείωση των πιστώσεων για τους μόνιμους
εκπαιδευτικούς, αυξάνονται οι διαθέσιμες πιστώσεις για προσλήψεις αναπληρωτών
από τον κρατικό προϋπολογισμό.
Ετσι, ενώ στον προϋπολογισμό του 2014, προβλέπονταν 10
εκατ. ευρώ για τους αναπληρωτές εκπαιδευτικούς της Δευτεροβάθμιας και 15 εκατ.
ευρώ για την Πρωτοβάθμια, το 2015 αυξάνεται το ποσό στα 17.790.000 για τη
Δευτεροβάθμια και στα 23.265.000 για αμοιβές αναπληρωτών σε Πρωτοβάθμια.
Εχουμε, δηλαδή, μια σημαντική αύξηση των πιστώσεων για
τους αναπληρωτές εκπαιδευτικούς τουλάχιστον όσον αφορά τις πιστώσεις του
κρατικού προϋπολογισμού.

ΕΝΗΜΕΡΩΣΗ ΓΙΑ ΤΗΝ ΑΞΙΟΛΟΓΗΣΗ

Απαντώντας
στο αίτημα της ΔΟΕ, για παροχή στοιχείων για την αξιολόγηση και την πορεία της
«απεργίας – αποχής» στα σχολεία του συλλόγου μας, αλλά και «κλείνοντας» αυτή τη
«στιγμή» της μάχης ενάντια στην αξιολόγηση,  θέλουμε να πούμε ότι :

1. Η
πλειοψηφία των συναδέλφων ήταν και παραμένει ενεργητικά εναντίον της αξιολόγησης
και της αυτοαξιολόγησης. Αυτό φαίνεται απ΄ όλους τους «δείκτες». Π.χ. αποφάσεις
συλλόγων διδασκόντων, συμμετοχή στην πρόσφατη απεργία 65 -70%, κλπ.

2.  Από
τα τα 39
δημοτικά σχολεία του συλλόγου μας, τα 18 (ποσοστό περίπου 50%) αρνήθηκαν να μπουν στη
διαδικασία της αξιολόγησης με αποφάσεις των συλλόγων διδασκόντων, δηλώνωντας
απεργία – αποχή ή ψηφίζοντας κατά της αξιολόγησης. Κάποια μάλιστα από αυτά,
είχαν αναγκαστεί να αποδεχθούν τις ομάδες εργασίας ύστερα από την ανάθεση του
διευθυντή το Μάιο. Σε 6 σχολεία αποφασίστηκε «υπέρ» της αξιολόγησης, με
παραπλανητικούς ή προσχηματικούς τρόπους που επέβαλαν οι διευθυντές των
σχολείων αυτών (π.χ. «η αναρτησούλα της δρασούλας του προγράμματος, δεν είναι
αξιολόγηση», «μόνο το site θα κάνουμε», «άλλο η αυτοαξιολόγηση κι άλλο η
αξιολόγηση», απειλές, «δεν καλύπτεστε», «θα περάσετε ΕΔΕ», κλπ).

3. Στα
υπόλοιπα 15
σχολεία ή δεν έγινε καμιά συζήτηση, επειδή οι διευθυντές φοβούνταν ότι οι συνάδελφοι θα αρνηθούν μαζικά
ή αποφεύγοντας τη συζήτηση στο σύλλογο διδασκόντων οι διευθυντές προωθούν κρυφά
από τους συναδέλφους στο «παρατηρητήριο της αξιολόγησης» διάφορες αναρτήσεις
για  λογαριασμό του σχολείου τους
.

4. Καλύτερη
ενημέρωση για όλες αυτές τις «περιπτώσεις», υλοποίησης της αξιολόγησης, μπορεί
να πάρει το προεδρείο της ΔΟΕ απ΄ τους συνδικαλιστές της ΠΑΣΚ(ΑΚΣΥΑ) και της ΔΑΚΕ του συλλόγου μας,
που ως διευθυντές είναι αυτοί που έχουν αυτές τις  τακτικές αντίθεσης με τη ΔΟΕ και τον κλάδο
.
Που υπηρετούν πιστά ( μάλλον τυφλά) την τακτική της διοίκησης, την πολιτική του
υπουργείου και τη διαδικασία της αξιολόγησης. 

5. Στο
σύλλογό μας κανένας
διευθυντής
δεν τάχθηκε με την απόφαση της ΔΟΕ για απεργία – αποχή.
Κανένας τους δεν δήλωσε ότι απέχει απ΄ τις διαδικασίες της αξιολόγησης.
Προτίμησαν να υιοθετήσουν αυτούσιες τις εντολές της διοίκησης, παρά τις εκκλήσεις
του σωματείου, της ΔΟΕ, της ΑΔΕΔΥ κι όλου του κλάδου.

6. Αντίθετα,
σε συντριπτική πλειοψηφία (σχεδόν καθολικά) οι προϊστάμενες των νηπιαγωγείων,
εφαρμόζουν την απεργία – αποχή, απέχοντας από κάθε διαδικασία αξιολόγησης, portfolio, κλπ. Και μαζικά απείχαν απ΄ τα
σεμινάρια που κάλεσαν δυο φορές οι σχολικοί τους σύμβουλοι για την αξιολόγηση.
Δεν πήγε ούτε μία. Στα νηπιαγωγεία, το ποσοστό όσων αρνήθηκαν την αξιολόγηση
και τις διαδικασίες της ξεπερνά το 80% (36 από τα 44 είπαν όχι).

7. Θέλουμε να χαιρετίσουμε τους
συναδέλφους που αντιστέκονται. Ιδιαίτερα αυτούς που στα σχολεία τους αποτελούν
τη «μειοψηφία» που απέχει και καταψηφίζει την αξιολόγηση.
Η μάχη της αξιολόγησης δεν είναι
«στιγμιαία». Η φάση αυτή της μάχης κερδήθηκε. Και στο σύλλογο και γενικά. Η
μάχη θα συνεχιστεί. Άλλωστε η ΔΟΕ ανανέωσε την απόφαση για «απεργία – αποχή» από την
αξιολόγηση
(Αρ. Πρωτ. 1297, 17/12/2014) με νέο εξώδικο που κατέθεσε
και μας καλύπτει να απέχουμε μέχρι την
31-1-2015.
Χρειάζεται υπομονή, πείσμα, αποφασιστικότητα. Η μαζική κι
οργανωμένη συμμετοχή μας στην άρνηση της αξιολόγησης είναι η εγγύηση ότι αυτή η
καταστροφική πολιτική θα αποκρουστεί. Είναι η προστασία μας από κάθε φόβο. 

8. Καλούμε τους συναδέλφους
που παριστάνουν ότι

«δεν κατάλαβαν», «δεν πήραν είδηση» ή κι αυτούς που από φόβο παριστάνουν ότι
συμφωνούν με την αξιολόγηση, να σηκώσουν το βλέμμα τους και το ανάστημά τους και να κοιτάξουν
στα μάτια τον κλάδο ολόκληρο, τον διπλανό τους, τα παιδιά τους.
Πώς
είναι δυνατόν να παριστάνεις, ότι πιστεύεις αυτόν  που σε απειλεί;

Ο Σύλλογος
Εκπαιδευτικών Π.Ε. «Γ. Σεφέρης» θα συνεχίσει και με τη νέα χρονιά αυτό το
μακροχρόνιο αγώνα ενάντια στην αξιολόγηση, ενάντια στο «Νέο Σχολείο», για
υπεράσπιση των μορφωτικών δικαιωμάτων των μαθητών μας και των εργασιακών
δικαιωμάτων όλων των συναδέλφων μας.

Καλή χρονιά
θα κάνουμε το 2015 εμείς.

Η αξιολόγηση
δε θα περάσει.


ΚΙΝΗΤΟΠΟΙΗΣΗ ΕΝΩΣΕΩΝ ΓΟΝΕΩΝ ΚΑΙ ΕΚΠΑΙΔΕΥΤΙΚΩΝ ΣΤΟ ΥΠΟΥΡΓΕΙΟ ΠΑΙΔΕΙΑΣ

Οι Ενώσεις Γονέων των Δήμων του
Βορείου Τομέα της Αθήνας, μαζί με τους Συλλόγους εκπαιδευτικών και τις ΕΛΜΕ της περιοχής μας, οργανώνουν κινητοποίηση στο υπουργείο παιδείας για τα
προβλήματα της παιδείας. Οι Ενώσεις Γονέων στην ανακοίνωσή τους τονίζουν ότι :

«Αν είσαι γονιός…..

  • Που το παιδί σου δεν το πήραν φέτος στο προνήπιο λόγω έλλειψης διδακτικού
    προσωπικού ή χώρου και πληρώνεις ιδιωτικό σταθμό ή γυναίκα να στο κρατήσει
    για  να μπορέσεις να δουλέψεις….
     
  •  Από τους τυχερούς που πήραν το παιδί σου στο προνήπιο και το στοίβαξαν σε
    αίθουσα μικρή με ακατάλληλες προδιαγραφές…
     
  •  Που το παιδί σου είναι στο δημοτικό 
    και αναγκάζεσαι το απόγευμα να κάνεις εσύ το δάσκαλο γιατί η δασκάλα στο
    σχολείο δεν προλαβαίνει να ασχοληθεί μαζί του λόγω πληθώρας μαθητών…
     
  • Που το σχολείο του παιδιού σου έχει να συντηρηθεί από τότε που πήγαινες
    εσύ σχολείο…
     
  • Εργαζόμενος, που παίρνει το παιδί του στις 4.15 από το Ολοήμερο,
    αδιάβαστο και εξαντλημένο και δίνεις αγώνα να το πείσεις ότι πρέπει να κάτσει
    να διαβάσει και όχι να παίξει…
     
  • Που πληρώνεις απ’ την τσέπη σου την παράλληλη στήριξη που χρειάζεται το
    παιδί σου…
     
  • Που συχνά καλείσαι να βάλεις το χέρι στην τσέπη γιατί όλο και κάποια
    ανάγκη προκύπτει  στο σχολείο και τα
    χρήματα του κράτους δεν φτάνουν…
     
  • Που το παιδί σου κάνει ιστορία με τη γαλλικού και γυμναστική με το
    φυσικό…
     
  • Που το παιδί σου έμεινε στο μάθημα γιατί τα θέματα της Τράπεζας Θεμάτων
    δεν τα είχε διδαχθεί ή ήταν πολύ δύσκολα…
     
  •  Που το «Νέο Λύκειο» σε αναγκάζει να πληρώνεις αδρά κάθε μήνα φροντιστήρια
    για να βοηθήσεις το παιδί σου…
     
  •  Που ακόμα και σήμερα το παιδί σου δεν έχει όλους τους καθηγητές και σε 5
    μήνες δίνει εξετάσεις…

Αν είσαι γονιός που ανησυχείς για το
μέλλον του παιδιού σου 
και αγωνίας για το αύριο…

Ένωσε τη φωνή σου μαζί μας!

Διαμαρτυρόμαστε για τη διάλυση
της Δημόσιας Δωρεάν & Ενιαίας Εκπαίδευσης

Ενωμένοι καταθέτουμε τα αιτήματά μας!

Η ΔΗΜΟΣΙΑ ΔΩΡΕΑΝ & ΕΝΙΑΙΑ
ΕΚΠΑΙΔΕΥΣΗ ΕΙΝΑΙ ΥΠΟΘΕΣΗ ΔΙΚΗ ΜΑΣ!»

Ο Σύλλογος Εκπαιδευτικών
Π.Ε. «Γ. Σεφέρης»,

ενώνει τη φωνή των δασκάλων
με τη φωνή των γονιών

και συμμετέχει στην
κινητοποίηση αυτή.

Ο αγώνας για την παιδεία
ήταν και είναι κοινός.

Καλούμε στην πορεία
διαμαρτυρίας προς το Υπουργείο Παιδείας

την  Πέμπτη 11 Δεκεμβρίου στις 6.00 μ.μ.
Σημείο συνάντησης :
H είσοδος του «ΤΗΕ MALL»

(έξω από το σταθμό
του τρένου).