Άδεια άσκησης εκλογικού δικαιώματος. Τι ισχύει για εκπαιδευτικούς

Κατά τη
διενέργεια των βουλευτικών ή αυτοδιοικητικών εκλογών, ισχύουν τα εξής:

1. Όσοι
εκπαιδευτικοί μετακινούνται σε απόσταση 200-400 χιλιομέτρων λαμβάνουν άδεια
μιας (1) εργάσιμης ημέρας.
2. Όσοι
μετακινούνται σε απόσταση 401 χιλιομέτρων και πάνω λαμβάνουν άδεια δύο (2)
εργασίμων ημερών, εφόσον κινούνται εξ ολοκλήρου οδικώς με βάση την υπεύθυνη
δήλωσή τους.
3. Όσοι
μετακινούνται σε νησιά ή από νησιά, για τα οποία δεν υπάρχει οδική πρόσβαση, ο
αριθμός των ημερών άδειας που λαμβάνουν, εξετάζεται κατά περίπτωση από τον
αρμόδιο Διευθυντή της Εκπαίδευσης, ανάλογα με την απόσταση και τις ειδικές
συνθήκες μετακίνησης, χωρίς ωστόσο στις περιπτώσεις αυτές, η άδεια να ξεπερνά
τις τρεις (3) εργάσιμες ημέρες.
Για τους
εκπαιδευτικούς που υπηρετούν σε σχολικές μονάδες, οι οποίες ορίζονται εκλογικά
τμήματα και παραμένουν κλειστές την Παρασκευή και τη Δευτέρα, οι ημέρες αυτές
θεωρούνται ως μέρος της άδειας. Επομένως, στους εκπαιδευτικούς που εμπίπτουν
στην περίπτωση 3, είναι δυνατό να χορηγείται μόνο μία (1) μέρα άδεια, είτε την
Πέμπτη πριν από τις εκλογές, είτε την Τρίτη μετά τις εκλογές.
Επισημαίνουμε
ότι, σε κάθε περίπτωση διενέργειας εκλογών εκδίδεται εγκύκλιος σχετικά με τις
διευκολύνσεις των εκπαιδευτικών για την άσκηση του εκλογικού τους δικαιώματος.

ΡΙΖΟΣΠΑΣΤΗΣ (Άρθρο της Θ. Δριμάλα) : Μια πρώτη προσέγγιση για τις προωθούμενες αλλαγές στην Πρωτοβάθμια Εκπαίδευση

Σταθερά στη
ρότα της ίδιας αντιδραστικής εκπαιδευτικής πολιτικής

Το υπουργείο
Παιδείας, μετά τις αναδιαρθρώσεις στα ΑΕΙ, που έδεσαν στην κυριολεξία τα
πανεπιστήμια με τις επιχειρήσεις, και τις μεγάλες αλλαγές στη Δευτεροβάθμια
Εκπαίδευση (ΔΕ) με το «νέο» Λύκειο και την Τράπεζα «Θυμάτων», όπως πετυχημένα
την ονομάζουν οι μαθητές στις κινητοποιήσεις τους, καταπιάνεται πλέον με την
Πρωτοβάθμια Εκπαίδευση (ΠΕ).
Δεν είναι
πρώτη φορά που γίνεται κάτι τέτοιο. Μπορεί να μην έχει ψηφιστεί εδώ και χρόνια
«νόμος – πλαίσιο» για το Νηπιαγωγείο και το Δημοτικό, ωστόσο μέσα από
εγκυκλίους, αλλαγές στα αναλυτικά προγράμματα σπουδών, στα ωρολόγια
προγράμματα, στα σχολικά βιβλία, η Πρωτοβάθμια Εκπαίδευση – όπως και όλες οι
βαθμίδες – βρίσκεται συνεχώς σε έλεγχο και τροποποιήσεις με ζητούμενο: Να
επιταχυνθεί η τάση διαφοροποίησης στα σχολεία, να προσαρμοστεί η ΠΕ πιο
αποτελεσματικά στις κεντρικές κατευθύνσεις που προκύπτουν από τα ντοκουμέντα
της Ευρωπαϊκής Ενωσης, του ΟΟΣΑ, κ.ά.
Εκπαιδευτικοί
και γονείς έχουν ήδη πείρα
Ο υπουργός
Παιδείας στην εισήγησή του στο ΕΣΥΠ στις 28/11/2014 ήταν εντελώς σαφής: «Εμείς
σήμερα στρέφουμε το ενδιαφέρον μας στην πραγματική μαθητική ζωή, όπως αυτή
ξεκινά από το Νηπιαγωγείο και συνεχίζεται στο Δημοτικό. Η ένταξη της
Πρωτοβάθμιας Εκπαίδευσης στις προτεραιότητες της εκπαιδευτικής πολιτικής
ανταποκρίνεται… στις προτεραιότητες της Ευρωπαϊκής Ενωσης για έγκαιρες
εκπαιδευτικές παρεμβάσεις»…
Αλλωστε, και
η τελευταία μεταρρύθμιση στο Δημοτικό σχολείο (2006 – 2007), αυτή που αφορά
στην εισαγωγή νέων σχολικών βιβλίων και αναλυτικών προγραμμάτων, πάταγε –
σύμφωνα με τις διακηρύξεις των κυβερνώντων – στις κατευθύνσεις της ΕΕ. Και έχει
σημασία να τονίσουμε το εξής:
Εκείνες οι
αλλαγές αφορούσαν και αφορούν το κεντρικό πρόβλημα της μεθόδου απόκτησης της
γνώσης, της γενικότερης νοητικής συγκρότησης και υποδομής του παιδιού. Ηδη
υπάρχει πλούσια πείρα από εκπαιδευτικούς και γονείς. Δραματική επιδείνωση του
μορφωτικού επιπέδου των μαθητών, της δυνατότητας απόκτησης μιας ορθολογικής
εικόνας του κόσμου, της φύσης και της κοινωνίας.
Το πρόβλημα
δεν ήταν και δεν είναι οι πειραματισμοί στην Εκπαίδευση. Αυτοί είναι αναγκαίοι
και καλοδεχούμενοι, όταν γίνονται με επιστημονικά και παιδαγωγικά κριτήρια. Το
βασικό πρόβλημα είναι ότι στόχος… είναι να δημιουργηθεί στο παιδί μια
υποκειμενική εικόνα του κόσμου. Οπως επίσης στόχος είναι η έμφαση στην
επικοινωνιακή χρήση της γλώσσας, γι’ αυτό αφαίρεσαν – σε σχέση ακόμα και με το
πρόσφατο παρελθόν – πλήθος γλωσσικών κειμένων με αισθητική αξία και
διαπαιδαγωγητική δύναμη.
Γι’ αυτό
λέμε: Εκπαιδευτικοί, γονείς και μαθητές έχουν δίκιο να ανησυχούν. Η πείρα, αλλά
και τα πρώτα δείγματα γραφής που έδωσε το υπουργείο Παιδείας, δείχνουν ότι
δρομολογούνται βαθιές αλλαγές στο Νηπιαγωγείο και στο Δημοτικό, που καθορίζουν
σε μεγάλο βαθμό τη μετέπειτα πορεία του παιδιού. Αλλωστε, οι αλλαγές αυτές
συνδέονται και με την εφαρμογή του λεγόμενου «κοινωνικού σχολείου» και των
δράσεών του, που βρίσκονται σε εξέλιξη (θέμα όμως που απαιτεί ξεχωριστή
αρθρογραφία και θα επανέλθουμε).
Ενισχύουν το
σχολείο των δεξιοτήτων
Ηδη από το
2010, στο κείμενο του υπουργείου Παιδείας για το «νέο σχολείο», γινόταν κριτική
στα προγράμματα σπουδών που είχαν μπει στα σχολεία 3 – 4 χρόνια πριν:
«Τα
Προγράμματα Σπουδών που εφαρμόζονται σήμερα, παρά το γεγονός ότι περιγράφουν
την υιοθέτηση σύγχρονων αρχών, δεν έχουν στην πράξη επιφέρει αλλαγές στο
σχολείο».
Ηταν πρόβλημα
για το αστικό κράτος, λοιπόν, ότι οι αναδιαρθρώσεις δεν είχαν επιταχυνθεί στο
βαθμό που ήθελε το κεφάλαιο. Με βάση αυτή την εκτίμηση, δρομολογήθηκε το 2011 η
εισαγωγή νέων πιλοτικών αναλυτικών προγραμμάτων σε Νηπιαγωγείο, Δημοτικό και
Γυμνάσιο, προετοιμάζοντας το έδαφος για τη γενικευμένη εφαρμογή τους.
Σήμερα, με
βάση τις εξαγγελίες του υπουργού Παιδείας, οι πιθανές αλλαγές σε Νηπιαγωγείο
και Δημοτικό, τα νέα σχολικά βιβλία, θα έχουν ως βάση εκείνα τα πιλοτικά
προγράμματα σπουδών.
Και για να μη
θεωρηθεί ότι κάνουμε υποθέσεις, ας δούμε πώς, μέσα από την ίδια την εισήγηση
του υπ. Παιδείας, μπαίνει το ζήτημα.
Ως προς τη
μεθοδολογία, ενισχύει την ήδη υπάρχουσα διαθεματική προσέγγιση, μέθοδο που στην
ηλικία αυτή, που το παιδί δεν έχει αφομοιώσει τα διάφορα επιστημονικά
αντικείμενα (Γλώσσα, Μαθηματικά, Ιστορία, Φυσική…), το οδηγεί σε μια εικόνα
του κόσμου (φύσης και κοινωνίας) που είναι ασύνδετη, χωρίς να μπορεί να κάνει
την αναγκαία γι’ αυτή την ηλικία γενίκευση από το μέρος στο όλο.
Αναγγέλλει τη
γενίκευση του θεσμού των Ολοήμερων Δημοτικών Σχολείων με Ενιαίο Αναμορφωμένο
Εκπαιδευτικό Πρόγραμμα (ΕΑΕΠ), του «νέου» τύπου Δημοτικού σχολείου (στοχεύουν
και στο αντίστοιχο Νηπιαγωγείο), που, χωρίς την εξασφάλιση των αναγκαίων
παιδαγωγικών προϋποθέσεων και υλικών υποδομών, εξαναγκάζει τα παιδιά από 6 ετών
έως 12, δηλαδή από την πρώτη έως την έκτη τάξη, να διδάσκονται πληθώρα
αντικειμένων σε ένα συνεχές 7ωρο! Το παιδί διδάσκεται ξένη γλώσσα από την Α’
Δημοτικού (προτείνεται και από το νηπιαγωγείο!), όταν ακόμα δεν έχει αφομοιώσει
τη μητρική του, γι’ αυτό και υπάρχουν δικαιολογημένες ενστάσεις από τους
επιστήμονες. Διδάσκεται η χρήση του ηλεκτρονικού υπολογιστή (Η/Υ) από την Α’
Δημοτικού, παρά το ότι ειδικοί επιστήμονες τονίζουν ότι το παιδί στην ηλικία
αυτή δεν πρέπει να ξοδεύει χρόνο μπροστά στον υπολογιστή. Να σημειώσουμε ότι το
αναλυτικό πρόγραμμα του νηπιαγωγείου του 2011 επίσης προβλέπει συστηματική
ενασχόληση του νηπίου με τον Η/Υ! Και όλα αυτά, ενώ οι ανάγκες του παιδιού στην
ηλικία αυτή είναι άλλες: Κίνηση, ψυχαγωγία, κ.ά.
Ενα τέτοιο
σχολείο, διευρυμένο με τέτοιους όρους, που γεμίζει το πρόγραμμά του με ό,τι
ειδικότητα είναι διαθέσιμη, δεν μπορεί να δώσει θετική απάντηση στην ανάγκη για
ένα σχολείο διευρυμένης λειτουργίας, που θα ολοκληρώνει τη μορφωτική και
διαπαιδαγωγητική του αποστολή με ενιαίο πρόγραμμα. Και το λέμε αυτό γιατί η
ίδια η πείρα δείχνει ότι στα σχολεία αυτά ενισχύεται η διάσπαση του ενιαίου
χαρακτήρα της εκπαίδευσης, αφού πέρα από το βασικό κορμό των μαθημάτων, που
γίνονται σκόρπια στο διάστημα 8.15 π.μ. έως 14.00, κάθε σχολείο έχει ήδη το
δικό του πρόγραμμα ανάλογα με τις ειδικότητες που του παρέχονται! Ετσι, έχουμε
τμήματα αυτών των σχολείων που το παιδί διδάσκεται Μαθηματικά την 5η ή και την
7η ώρα, που είναι κατάκοπο, ενώ ταυτόχρονα μπορεί να κάνει δύο φορές τη μέρα το
ίδιο μάθημα, τη στιγμή που το διπλανό σχολείο δεν το διδάσκεται καν!
Ο υπουργός
Παιδείας, με την εισήγησή του στο Εθνικό Συμβούλιο Παιδείας (ΕΣΥΠ), ανακοινώνει
ότι στοχεύει στη «δημιουργία των προϋποθέσεων της κατανόησης του φαινομένου της
Ευρωπαϊκής Ενωσης»! Καθένας μπορεί να καταλάβει τι σημαίνει τούτο. Αν έως τώρα,
τα δημόσια σχολεία κατακλύζονταν από ευρωπαϊκά προγράμματα, αυτό θα γενικευτεί,
ώστε να κατανοήσουν τα παιδιά «το φαινόμενο της ΕΕ» από την πλευρά φυσικά της
ΕΕ! Δηλαδή, η παραχάραξη της Ιστορίας, η αποθέωση της ΕΕ, η εξιλέωσή της από
την εμπλοκή της στους ιμπεριαλιστικούς πολέμους και τη φτώχεια στην οποία έχει
καταδικάσει τους λαούς, θα είναι συνήθης διαδικασία.
Στην ίδια
εισήγηση μιλάει για εξορθολογισμό της διδακτέας ύλης, αναγνωρίζοντας ότι τα
τελευταία χρόνια είχε κατέβει η δυσκολία προς τα κάτω, άρα «η αναδιάταξη της
ύλης ορίζεται από την ανάγκη μεταφοράς δύσκολων διδακτικών αντικειμένων από
μικρότερες σε μεγαλύτερες τάξεις». Εχει βάση αυτός ο ισχυρισμός; Χρειάζεται
πράγματι αναδιάταξη και εξορθολογισμός της ύλης;
Κανείς δεν
φαίνεται να διαφωνεί με αυτό. Το ζήτημα είναι η κατεύθυνση της αλλαγής, δεν
είναι απλά πόσες σελίδες ή πόσα κεφάλαια θα βγουν. Για παράδειγμα, οι αλλαγές
στα αναλυτικά προγράμματα δικαιολογούνται και ως απάντηση στο φορτωμένο
πρόγραμμα του μαθητή. Ποιος δε θυμάται, άραγε, το σύνθημα «η τσάντα στο
σχολείο» της Διαμαντοπούλου, που κι αυτό ακόμα δεν έγινε;
Η μείωση της
διδακτέας ύλης, όπως γίνεται σήμερα, στην πραγματικότητα εντάσσεται στη λογική
της παροχής χρηστικών πληροφοριών και στην αφαίρεση κάθε διαχρονικού –
δοκιμασμένου από την παιδαγωγική πράξη – επιστημονικού στοιχείου για την
αλήθεια και την πραγματικότητα.
Η μείωση της
ύλης δεν είναι προοδευτικό μέτρο από μόνη της. Για παράδειγμα, στο ζήτημα της
Γλώσσας, σήμερα γίνεται μέσα από την αφαίρεση του δημιουργικού στοιχείου των
γλωσσικών μαθημάτων, τη διδασκαλία της μητρικής με όρους επικοινωνίας
(διδάσκεται ως ξένη γλώσσα), χωρίς κανόνες και Γραμματική, που είναι και το
απαραίτητο σημείο αναφοράς για την εκμάθηση και την αφομοίωση του γλωσσικού
πλούτου της ελληνικής γλώσσας.
Αν θέλουμε,
λοιπόν, να γίνει αναδιάταξη της ύλης με κριτήριο τις σύγχρονες μορφωτικές
απαιτήσεις και δυνατότητες, τότε χρειάζεται συνολική αλλαγή κατεύθυνσης.
Η προσοχή
πρέπει λοιπόν να στραφεί αλλού. Πραγματικός εξορθολογισμός της ύλης πρέπει να
γίνει λαμβάνοντας υπόψη τις ψυχικές και διανοητικές ικανότητες και ανάγκες των
παιδιών κάθε ηλικίας. Χρειάζεται, επίσης, τα βιβλία και τα αναλυτικά
προγράμματα να επικεντρωθούν στα πιο ουσιαστικά και ανθεκτικά στο χρόνο
στοιχεία της γνώσης, στις αρχές και τους νόμους που διέπουν την εξέλιξη της
φύσης και της κοινωνίας. Απαιτείται ενιαίο πρόγραμμα και ενιαίο σχολείο και όχι
διαφοροποιημένο πρόγραμμα και σχολείο.
Το
διαφοροποιημένο σχολείο δεν είναι λύση στο πρόβλημα της ποιότητας του σχολείου
Αυτόν ακριβώς
τον ενιαίο χαρακτήρα του σχολείου είναι που εχθρεύεται διαχρονικά κάθε
παραλλαγή της αστικής εκπαιδευτικής πολιτικής, αλλά και οι διάφορες
μικροαστικές θεωρίες (στο όνομα της ελευθερίας).
Ο υπουργός
Παιδείας, όταν κάνει λόγο για μείωση, αναδιάταξη και προσαρμογή της ύλης, λέει
ξεκάθαρα τι εννοεί: Κάθε σχολείο θα διαφοροποιεί το πρόγραμμά του (ωρολόγιο,
αναλυτικό, κ.τ.λ.) ανάλογα με «τις ανάγκες (;), τις δυνατότητες, τις ιδιαίτερες
συνθήκες του»!
«Και πού
είναι το πρόβλημα;», μπορεί να ρωτήσει κάποιος καλοπροαίρετα. Οταν μιλάμε για
διαφοροποίηση του προγράμματος ενός σχολείου, δεν εννοούμε την προσπάθεια του
εκπαιδευτικού να σκύψει στις ιδιαίτερες ανάγκες κάθε μαθητή. Αυτό γίνεται σε
γενικές γραμμές από τους δασκάλους (όσο τους επιτρέπουν οι συνθήκες μέσα στη
σχολική τάξη) και σωστά γίνεται. Το πρόβλημα γεννιέται, όταν, στο όνομα της
διαφοροποίησης, θέτεις διαφορετικούς μορφωτικούς στόχους, χαμηλώνεις τον πήχη
για τα παιδιά που ξεκινούν από διαφορετικές, άνισες κοινωνικές, πολιτιστικές
αφετηρίες και τελικά περιορίζεις το μέλλον του παιδιού στον ταξικό ορίζοντα που
του προσδιόρισε η ταξική κοινωνία. Και δεν είναι μόνο η καπιταλιστική κρίση που
φέρνει αυτό το πρόβλημα στην επιφάνεια, με τα χιλιάδες παιδιά που ζουν χωρίς
φαΐ, χωρίς ρεύμα και θέρμανση και με ζητούμενο την καθημερινή επιβίωση. Το
πρόβλημα είναι διαχρονικό, γιατί έχει ταξική βάση. Αρα, όταν προσαρμόζεις το
πρόγραμμα στις ανάγκες του παιδιού (αλήθεια, ποιος προσδιορίζει αυτές τις
ανάγκες, αν όχι ο ταξικός του ορίζοντας;) με μια λογική του στιλ «δεν πρέπει να
πιέζουμε τα παιδιά και να τους θέτουμε αυξημένες απαιτήσεις», τελικά οδηγείς –
και από αυτό το δρόμο – στην ταξική κατηγοριοποίηση σχολείων, εκπαιδευτικών και
μαθητών, δηλαδή στα σχολεία πολλών ταχυτήτων.
Για ένα
τέτοιο σχολείο απαιτείται και ένας νέος ρόλος στον εκπαιδευτικό. Γι’ αυτό η
εισήγηση δίνει έμφαση στη δυνατότητα του «καινοτόμου» εκπαιδευτικού να ορίζει
«το τι (περιεχόμενο) και το πώς (μέθοδο) της εκπαιδευτικής πράξης», δηλαδή να
αλλάζει και να προσαρμόζει το περιεχόμενο της διδασκαλίας του, ώστε, με βάση τα
παραπάνω, να μαθαίνουν τα παιδιά με βάση την τάξη τους και το επίπεδο της
οικογένειάς τους. Καλείται, δηλαδή, ο εκπαιδευτικός «να αναλάβει την ευθύνη της
εκπαιδευτικής διαδικασίας, σεβόμενος ένα πλαίσιο αρχών που ορίζουν τα
νομοθετικά κείμενα», δηλαδή να εφαρμόσει το «νέο» «κοινωνικό» σχολείο, να
συμβάλει στη διαφοροποίηση – κατηγοριοποίηση των σχολείων, των εκπαιδευτικών
και των μαθητών, άρα και του ίδιου, και γι’ αυτό θα λογοδοτεί, θα κρίνεται, θα
«αξιολογείται». Τον θέλουν συμμέτοχο στο έγκλημα δηλαδή!
Χωρίς να θέλουμε
να ανοίξουμε παραπέρα αυτό το θέμα, χρειάζεται να κάνουμε μια υπενθύμιση.
Πραγματικά καινοτόμοι παιδαγωγοί, που έμειναν στην Ιστορία αλλά και άφησαν
ανεξίτηλα το στίγμα τους στις ψυχές των μαθητών, ήταν αυτοί που επιδίωξαν να
ξεκολλήσουν τους «φτωχοδιάβολους» μαθητές τους από μια προδιαγεγραμμένη πορεία,
να τους κάνουν μορφωμένους ανθρώπους με το άλφα κεφαλαίο.
Το ταξικά
διαφοροποιημένο σχολείο φέρνει και νέο τρόπο αξιολόγησης του μαθητή. Αυτή δε θα
γίνεται με βάση το τι πρέπει να μάθει το παιδί ανάλογα με την ηλικία του και τη
σχολική τάξη αλλά το τι «μπορεί να μάθει» το παιδί. Αυτή η επιφανειακά
προοδευτική αντίληψη, στην ουσία της φέρνει ακόμα μεγαλύτερη ταξικότητα.
Χαμηλώνει τους μορφωτικούς στόχους ενώ ανοίγει διάπλατα τις πόρτες στο να
θεωρηθεί η κατάκτηση της γνώσης ως ατομική υπόθεση του κάθε παιδιού!
Διαμορφώνεται
η αντίστοιχη δομή για την παραπέρα διαφοροποίηση των σχολείων
Μέσα από την
εισήγηση του υπ. Παιδείας:
Ξεκαθαρίζεται
η δυνατότητα της σχολικής μονάδας να διαμορφώνει το πρόγραμμά της. Ετσι, θα
δίνεται η «δυνατότητα μερικής διαμόρφωσης των προγραμμάτων από τη σχολική
μονάδα, με βάση τις ανάγκες, τις δυνατότητες, τις ιδιαίτερες συνθήκες του κάθε
σχολείου (Ειδικής Αγωγής, Νησιωτικά, Ορεινά)». Δηλαδή, εδώ ο υπουργός
αναγνωρίζει ότι τα παιδιά των λαϊκών οικογενειών στα ορεινά χωριά ή στα
αποκλεισμένα από τις συγκοινωνίες νησιά, θα μαθαίνουν όσα επιτρέπουν οι
συνθήκες αυτές, δηλαδή ελάχιστα! Παράλληλα, αναγνωρίζει ότι η σχολική μονάδα θα
καθορίζει «τις ώρες που είναι αναγκαίες, το εύρος ή τη δυσκολία των
προγραμμάτων σπουδών …με βάση τις ιδιαιτερότητες που έχει, όπως η σύνθεση του
μαθητικού πληθυσμού (Ρομά, παιδιά μεταναστών, παιδιά από οικογένειες ανέργων ή
με χαμηλά εισοδήματα)». Δηλαδή, μας λέει ότι ένα σχολείο με Ρομά θα τους
μαθαίνει λίγα, τα παιδιά ανέργων δε χρειάζονται και πολλά (εδώ δεν τους δίνουμε
φαΐ, μόρφωση θα τους δώσουμε;), ενώ τα παιδιά από οικογένειες χαμηλών
εισοδημάτων θα μαθαίνουν τα ανάλογα! Αντί, δηλαδή, να παρθούν μέτρα στήριξης
της οικογένειας (συγκοινωνία, δουλειά ή τουλάχιστον επίδομα ανεργίας), για να
μπορεί και το παιδί να ανταποκριθεί στην εκπαιδευτική διαδικασία, αντί γι’
αυτό, θα προσαρμόζεται το σχολικό πρόγραμμα στο χαμηλό επίπεδο διαβίωσής του,
για να τελειώνουμε με τη μόρφωση αυτών των παιδιών, που δε χρειάζονται και
πολλά.
Με βάση τις
εξαγγελίες του υπουργείου «αναβαθμίζεται» η Ευέλικτη Ζώνη, ώστε να περάσουν και
σ’ αυτή δράσεις του «κοινωνικού» σχολείου αλλά και διάφορα άλλα προγράμματα
«για την αειφορία», «σύνδεσης του σχολείου με την τοπική κοινωνία» (βλέπε
δήμους, επιχειρήσεις…), ανάδειξης της «τοπικής ιστορίας – πολιτισμού –
οικονομίας». Ο κατακερματισμός του σχολείου σε προγράμματα και ζώνες, όπως στα
ΕΑΕΠ που προαναφέραμε και όχι μόνο.
Το «νέο»
σχολείο θέλει και την ανάλογη αλλαγή στη διοίκηση τόσο της σχολικής μονάδας όσο
και σε επίπεδο Περιφέρειας και Διεύθυνσης. Ετσι, θα παρέχεται «ενίσχυση της
αυτονομίας, του σχεδιασμού σε όλα τα επίπεδα, του προγραμματισμού, της
αξιολόγησης του εκπαιδευτικού έργου και της λογοδοσίας. Ισχυροποίηση των
Περιφερειακών Διευθύνσεων με αποκέντρωση, “καθετοποίηση”, και
αντιστοίχιση υπηρεσιών με κέντρο διαχείρισης προσωπικού την Περιφέρεια
Εκπαίδευσης». Στην ουσία, η σχολική μονάδα θα είναι «αυτόνομη», με ευθύνη στα
οικονομικά και το πρόγραμμά της, και η Περιφερειακή Διεύθυνση θα λειτουργεί ως
μικρό υπουργείο Παιδείας, με ευθύνη στο πρόγραμμα, στο σφαγείο της
«αξιολόγησης», στον καλύτερο δυνατό «εξορθολογισμό» του προσωπικού, στη λογική
φυσικά της κινητικότητας, που έχει ήδη ξεκινήσει και επεκτείνεται.
Εκπαιδευτικοί «μόνιμοι» και συμβασιούχοι αεί περιφερόμενοι!
Τα διάφορα
ευρωπαϊκά προγράμματα, για «περιορισμό της Σχολικής Διαρροής (Early School
Leaving) στην οποία δίνει έμφαση η ΕΕ», που αφορούν «πρώτιστα το Νηπιαγωγείο
και το Δημοτικό Σχολείο», θα χρησιμοποιούνται όχι για να ενισχύουν τα παιδιά
των ευπαθών ομάδων (λαϊκών οικογενειών, ανέργων, ορεινών περιοχών, παιδιών με
ειδικές ανάγκες…) αλλά για «μετασχηματισμό προγραμμάτων σύμφωνα με τις
ανάγκες – δεξιότητες των παιδιών, ώστε να μην αποθαρρύνονται από τις δυσκολίες σκληρών
προγραμμάτων σπουδών και εγκαταλείπουν το σχολείο». Δηλαδή, επιβεβαιώνει το
υπουργείο Παιδείας ότι και μέσω των προγραμμάτων θα προσαρμόζουν το αναλυτικό
πρόγραμμα του σχολείου στο επίπεδο των παιδιών που προέρχονται από τα λαϊκά
στρώματα, για αναπαραγωγή φτηνού εργατικού δυναμικού.
Η σύνδεση του
σχολείου με την τοπική κοινωνία διαπνέει και τα δύο κείμενα (εγκύκλιο για το
«κοινωνικό» σχολείο και εισήγηση του υπουργού Παιδείας στο ΕΣΥΠ 28/11/2014).
Στο σχολείο και στη διαδικασία της μάθησης παρεμβαίνουν όλοι οι εμπλεκόμενοι
φορείς, «οι κοινωνικοί εταίροι (βλέπε επιχειρήσεις), οι φορείς της τοπικής
αυτοδιοίκησης, οι γονείς και οι σύλλογοι γονέων και κηδεμόνων». Ολοι αυτοί θα
είναι και συνδιαμορφωτές του σχολικού προγράμματος, άρα και φορείς της αυτονομίας
και διαφοροποίησης των σχολείων.
Ποιος μίλησε
λοιπόν για μόρφωση;
Προωθούν ένα
σχολείο προσανατολισμένο στις δεξιότητες, με λιγότερα επιστημονικά αντικείμενα
(μαθήματα) και περισσότερα προγράμματα, που θα δίνουν στο παιδί σκόρπιες
πληροφορίες και γνώσεις, αλλά δε θα το βοηθάνε να αποκτήσει κριτική σκέψη και
στέρεη γνώση. Ενα σχολείο που θα κατεβάσει τον πήχη των απαιτήσεων στις λαϊκές
αλλά και δυσπρόσιτες περιοχές (βλέπε εισήγηση υπ. Παιδείας στο ΕΣΥΠ
28.11.2014), ώστε το παιδί να μαθαίνει μόνο όσα είναι απαραίτητα για το
συγκεκριμένο επίπεδο διαβίωσής του. Ενα σχολείο που ο εκπαιδευτικός –
διαμεσολαβητής θα ωθείται να τρέχει από πρόγραμμα σε πρόγραμμα και να βάζει σε
δεύτερη μοίρα τα βασικά μαθήματα (Γλώσσα, Μαθηματικά, Ιστορία, Φυσική,
Γυμναστική, Αισθητική Αγωγή…). Αντικειμενικά, η διαδικασία αυτή θα οδηγήσει
σε απολύσεις εκπαιδευτικών, όπως έγινε και στα ΕΠΑΛ, όταν κατάργησαν
ειδικότητες. Ο φτωχός γονιός δε θα μπορεί να καλύψει τα μεγάλα κενά στην
εκπαίδευση και επαγγελματική αποκατάσταση του παιδιού του.
Αρα προωθούν
ένα σχολείο ακόμα πιο ταξικό, που θα χτυπήσει τα μορφωτικά δικαιώματα των
παιδιών των λαϊκών οικογενειών, τα εργασιακά των εκπαιδευτικών, θα κάνει τους
γονείς ακόμα καλύτερους πελάτες και τα παιδιά αυριανούς φτηνούς εργαζόμενους.
Συμπερασματικά
μπορούμε να πούμε ότι το «νέο» «κοινωνικό» και «αυτόνομο σε ό,τι αφορά τον
προγραμματισμό και τη διαμόρφωση μέρους του ωρολογίου προγράμματος» σχολείο, θα
είναι ένα σχολείο αντίστοιχο με τις οικονομικές και κοινωνικοταξικές συνθήκες
της περιοχής του, άρα διαφορετικό από το διπλανό του, ένα σχολείο που θα
αναπαράγει τις ταξικές ανισότητες και τελικά θα εξασφαλίζει φτηνό εργατικό
δυναμικό στις επιχειρήσεις.
Ο
εκπαιδευτικός – διαμεσολαβητής καλείται να συμβάλλει στην αναπαραγωγή ενός
εργατικού δυναμικού, που θα εξασφαλίσει την κερδοφορία και την
ανταγωνιστικότητα των επιχειρήσεων, πολλές από τις οποίες θα μπαινοβγαίνουν και
θα κερδοσκοπούν μέσα στο ίδιο το σχολείο και πολύ περισσότερο θα καθορίζουν
τους όρους και τις προϋποθέσεις με βάση τις οποίες θα γίνεται αυτή η
αναπαραγωγή.
Σχολείο και
εκπαιδευτικός θα «αξιολογούνται» για το κατά πόσο προχώρησαν αυτές τις
αναδιαρθρώσεις στο χώρο τους, γι’ αυτό η αξιολόγηση έχει αντικειμενικά ταξικό
πρόσημο, είναι αντιδραστικό εργαλείο και πρέπει να αποτραπεί.
Το «νέο» αυτό
«κοινωνικό» σχολείο είναι το σχολείο που έχουν σήμερα ανάγκη ΕΕ και
επιχειρήσεις, αλλά βρίσκεται στην αντίπερα όχθη από τις σύγχρονες μορφωτικές
ανάγκες των παιδιών των λαϊκών οικογενειών.
Ο λαός σήμερα
χρειάζεται για τα παιδιά του ενιαία αποκλειστικά δημόσια και δωρεάν Εκπαίδευση
με δίχρονη υποχρεωτική Προσχολική Αγωγή και 12χρονο σχολείο, που θα
διαπαιδαγωγούν και θα μορφώνουν όλα τα παιδιά, θα τα ετοιμάζουν να διεκδικήσουν
ζωή, μόρφωση και δουλειά με πλήρη δικαιώματα. Ο εκπαιδευτικός πρέπει να πάρει
θέση σ’ αυτήν την όχθη, για να ανυψώσει την παιδαγωγική και επιστημονική του
υπόσταση και να υπηρετήσει με τον καλύτερο τρόπο τις μορφωτικές ανάγκες των
παιδιών των λαϊκών οικογενειών.
Θεοδώρα
ΔΡΙΜΑΛΑ
Δασκάλα,
μέλος της Πανελλαδικής Γραμματείας του ΠΑΜΕ Εκπαιδευτικών και του ΔΣ της ΔΟΕ

ΕΦΗΜ. ΣΥΝΤΑΚΤΩΝ : Το παντεσπάνι μιας… πεινασμένης εκπαίδευσης!

Στο σημερινό
πλαίσιο των περικοπών οι διακηρύξεις για το νέο ψηφιακό σχολείο, με τους
διαδραστικούς πίνακες και τους υπολογιστές σε κάθε θρανίο, δεν μπορούν να
γιατρέψουν τις ασθένειες του εκπαιδευτικού μας συστήματος

Με πρόσφατο
έγγραφό του με θέμα «Αξιοποίηση του ψηφιακού εξοπλισμού κατά την εκπαιδευτική
διαδικασία σε σχολικές μονάδες», το υπουργείο Παιδείας καλεί τους εκπαιδευτικούς
να αξιοποιήσουν τον ψηφιακό εξοπλισμό και τον διαδραστικό πίνακα για τη
διδασκαλία συγκεκριμένων γνωστικών αντικειμένων.
Μάλιστα
επισημαίνει ότι «η εισαγωγή των ΤΠΕ στην εκπαίδευση επιφέρει σημαντικές αλλαγές
όχι μόνο στα μέσα διδασκαλίας αλλά και στη διδακτική-μαθησιακή διαδικασία»
καθώς «συμβάλλει στην ανάπτυξη κριτικής σκέψης των μαθητών, στην αλλαγή της
διδακτικής πρακτικής, της διαδικασίας της μάθησης και επικοινωνίας και
εξασφαλίζει την παροχή ίσων ευκαιριών σε όλους τους μαθητές».
Τα τελευταία
χρόνια έχει ενταθεί και στη χώρα μας η συζήτηση για τον ρόλο των νέων
τεχνολογιών στην εκπαίδευση και την ευρεία χρήση που αυτή πρέπει να έχει στην
εκπαιδευτική διαδικασία. Εφαρμόζονται προγράμματα επιμόρφωσης των
εκπαιδευτικών, έχουν εισαχθεί οι υπολογιστές στο αναλυτικό πρόγραμμα της
σχολικής εκπαίδευσης.
Παράλληλα,
ήδη έχει πέσει η πρόταση για τηλε-εκπαίδευση για τα παιδιά των απομακρυσμένων
περιοχών (μέχρι να φτάσει ο εκπαιδευτικός), ενώ η πρώην υπουργός Παιδείας
μιλούσε για τη δυνατότητα που έχει το κάθε παιδί να έχει την ύλη του σχολείου
«στην ταμπλέτα».
Στην Ελλάδα η
όποια εισαγωγή στα σχολεία των υπολογιστών και των διαδραστικών πινάκων έχει
γράψει τη δική της ιστορία (Επιχειρησιακό Πρόγραμμα – Πράξη «Ανάπτυξη Ψηφιακού
Εκπαιδευτικού Υλικού – Ψηφιακή Βάση Γνώσεων – Υποδομές για ένα Ψηφιακό Σχολείο
– Ψηφιακό Υλικό για τα Σχολεία»).
Είναι
χαρακτηριστικό ότι συνδέθηκε σε κάθε περίπτωση με τις «πληρωμένες οδηγίες» των
λεγόμενων Κοινοτικών Πλαισίων Στήριξης (ΚΠΣ), με τα ΕΠΕΑΕΚ και το ΕΣΠΑ, με έναν
σχεδιασμό που πριμοδοτούνταν από την ανάγκη να απορροφηθούν κονδύλια τα οποία,
με τη μαζική αγορά υπολογιστών και διαδραστικών πινάκων, επέστρεφαν
κανονικότατα σε συγκεκριμένες εταιρείες νέων τεχνολογιών.
Οι υποσχέσεις
Μπορεί
κάποιος να θυμηθεί την προσφορά δεκάδων χιλιάδων υπολογιστών στους μαθητές του
Γυμνασίου οι οποίοι δεν εντάχθηκαν στη συντριπτική τους πλειονότητα στη
λειτουργία της τάξης και στη μαθησιακή διαδικασία καθώς δεν προβλέφτηκε κανενός
είδους υποστηρικτική υποδομή μέσα στα σχολεία.
Παράλληλα η
όποια εισαγωγή στα σχολεία των υπολογιστών και των διαδραστικών πινάκων
συνοδεύτηκε από μια καταιγίδα διακηρύξεων και υποσχετικών, όπως για την
«Ψηφιακή λειτουργία του “νέου” σχολείου» και την «αναβάθμιση των σχολικών
υποδομών και δικτύων που θα περιλαμβάνουν διαδραστικούς πίνακες και δίκτυα
υπολογιστών σε κάθε σχολείο» και σειρά άλλων τεχνολογικών μέσων στην
εκπαίδευση.
Η εισαγωγή
των νέων τεχνολογιών προβάλλεται από το υπουργείο Παιδείας ως φάρμακο που θα
γιατρέψει τις ασθένειες του εκπαιδευτικού συστήματος. Και ενώ παρατηρείται, σε
επίπεδο διακηρύξεων κυρίως, πρόοδος και σπουδή για την εισαγωγή των νέων
τεχνολογιών στα σχολεία, σοβαρά χρονίζοντα προβλήματα της εκπαίδευσης
παραμένουν άλυτα.
Δεν
υποτιμούμε τη δυνατότητα διάδρασης με ψηφιακό υλικό και πολυμέσα σε ένα
περιβάλλον εκπαίδευσης με πολλά άτομα καθώς και τη δυνατότητα ανάπτυξης των
εκπαιδευτικών δραστηριοτήτων στον διαδραστικό πίνακα, δραστηριοτήτων που
περιλαμβάνουν διαμόρφωση κειμένου και εικόνων, δημιουργία, εκτύπωση και
αποθήκευση σημειώσεων για διαμοιρασμό στους μαθητές, έντυπα ή ηλεκτρονικά σε
κοινό αποθηκευτικό χώρο στον υπολογιστή ή μέσω ηλεκτρονικού ταχυδρομείου.
Δεν
υποτιμούμε τη δυνατότητα προβολής ιστοσελίδων και βίντεο από το Διαδίκτυο, τη
χρήση του για προβολές καθώς μπορεί να χρησιμοποιηθεί, για παράδειγμα, για να
δείξει στους μαθητές πώς θα χρησιμοποιήσουν μια εφαρμογή -επίδειξη ενός
εκπαιδευτικού λογισμικού-, για να παρουσιαστεί η δουλειά ενός μαθητή σε όλη την
τάξη, να δείξει βίντεο που εξηγούν δύσκολες έννοιες, για να βοηθήσει οπτικούς
μαθητές ή μαθητές με ειδικές ανάγκες, για να δημιουργήσει σημειώσεις, σχήματα,
χάρτες και να τα αποθηκεύσει για μελλοντική χρήση.
Ωστόσο
γνωρίζουμε καλά πως ο διαδραστικός πίνακας και ο υπολογιστής δεν έχουν τη
μαγική ιδιότητα να εξαφανίσουν, προς όφελος εκπαιδευτικών και εκπαιδευομένων,
τα υπαρκτά προβλήματα της σχολικής εκπαίδευσης, δεν μπορούν από μόνοι τους να
γεφυρώσουν τα «χάσματα» στην εκπαιδευτική διαδικασία.
Πέρα από το
γεγονός ότι μόνο συμπληρωματικά μπορούν να βοηθήσουν, είναι φανερό ότι στο σημερινό
πλαίσιο των περικοπών οι διακηρύξεις για το νέο ψηφιακό σχολείο, με τους
διαδραστικούς πίνακες και τους υπολογιστές σε κάθε θρανίο μοιάζουν σαν το
παντεσπάνι μιας… πεινασμένης σχολικής εκπαίδευσης.
Πειραματισμοί
Είναι σίγουρα
εντελώς παραπλανητικό να παρουσιάζονται οι νέες τεχνολογίες σαν πανάκεια του
δημόσιου σχολείου, σαν το μαγικό φάρμακο που θα λύσει τα χρόνια προβλήματα. Τα
πράγματα δεν είναι καθόλου έτσι. Επειτα από χρόνια πειραματισμών στις ΗΠΑ και
στην Ευρώπη με τους υπολογιστές σε διάφορους τομείς της εκπαίδευσης, δεν έχει
βρεθεί ακόμη απάντηση στο κεντρικό ερώτημα: «Οι υπολογιστές είναι πράγματι
αποτελεσματικοί στην εκπαίδευση;»
Τα στοιχεία
από πολυάριθμες μελέτες πάνω στο αν οι υπολογιστές βελτιώνουν την ουσιαστική
μαθησιακή διαδικασία είναι εκκρεμή.
Μια μεγάλη
έρευνα που πραγματοποιήθηκε από την καθηγήτρια Anne Mangen του νορβηγικού
Πανεπιστημίου Στάβανγκερ, σε συνεργασία με τον νευροφυσιολόγο Jean-Luc Velay
του Πανεπιστημίου της Μασσαλίας, έδειξε ότι η γραφή με το χέρι ενδυναμώνει τη
διαδικασία της μάθησης, σε αντίθεση με τη χρήση του πληκτρολογίου που τη
διαταράσσει.
Η ερευνήτρια
εξήγησε ότι στη διαδικασία της ανάγνωσης και της γραφής εμπλέκονται μια σειρά
αισθήσεις. Οταν γράφουμε με το χέρι, ο εγκέφαλός μας ανατροφοδοτείται από τις
κινήσεις, αλλά και από την επαφή με το στυλό και το χαρτί. Αυτή η
ανατροφοδότηση είναι σημαντικά διαφορετική από εκείνη που γίνεται όταν
αγγίζουμε και χρησιμοποιούμε το πληκτρολόγιο.
Το ίδιο
συμβαίνει και με όσους διαβάζουν από ένα βιβλίο, αντί από μια οθόνη, σύμφωνα με
την ίδια έρευνα, η οποία έρχεται να αναδείξει τη σημασία των παραδοσιακών
μεθόδων μάθησης, που τείνουν να εκλείψουν στη σύγχρονη κοινωνία λόγω των
τεχνολογικών εξελίξεων.
Είναι
ξεκάθαρο. Η πρόοδος της επιστήμης και της τεχνολογίας επιβάλλει πρώτα απ’ όλα
να πλουτίσει το περιεχόμενο της μόρφωσης. Η χρήση των τεχνολογιών σήμερα
έρχεται στο πλαίσιο μιας συνολικής υποβάθμισης.

Συνωστισμός μαθητών, υποχρεωτικές μετακινήσεις και χαμένες ώρες

Mε κενά σε
εκπαιδευτικούς φεύγει το πρώτο τρίμηνο της σχολικής χρονιάς στα σχολεία της
Περιφέρειας Θεσσαλονίκης, αφού χάνονται χιλιάδες διδακτικές ώρες. «Γι’ ακόμα
μια φορά, οι διαβεβαιώσεις της συγκυβέρνησης ΝΔ – ΠΑΣΟΚ, μέσω του αρμόδιου
υπουργείου Παιδείας, στην αρχή της σχολικής χρονιάς, για εύρυθμη λειτουργία των
σχολείων, διαψεύδονται», τονίζουν οι βουλευτές του ΚΚΕ Θεοδ. Κωνσταντινίδης
και Ελ. Γερασιμίδου σε σχετική Ερώτηση που κατέθεσαν, πριν μερικές
μέρες, στη Βουλή.

Το ΚΚΕ
επισημαίνει ότι οι Διευθύνσεις Εκπαίδευσης προσπαθούν «να καλύπτουν έντεχνα το
πρόβλημα με την αντιπαιδαγωγική πρακτική της αύξησης των μαθητών ανά τάξη, τις
συμπτύξεις τμημάτων, ακόμα και με καταργήσεις ολοήμερων τμημάτων ή φορτώνοντας
επιπλέον απλήρωτες διδακτικές ώρες στις πλάτες εκπαιδευτικών. Επιπλέον, για την
κάλυψη των κενών πραγματοποιούνται υποχρεωτικές μετακινήσεις εκπαιδευτικών. Οι
συνέπειες αυτής της πολιτικής είναι δραματικές για τους μαθητές, την
εκπαιδευτική διαδικασία και τις εργασιακές σχέσεις και δικαιώματα των
εκπαιδευτικών», τονίζουν και αναφέρονται στο χαρακτηριστικό παράδειγμα του
Δημοτικού Σχολείου στον Χορτιάτη. Εκεί φοιτούν 380 μαθητές και είναι 18τάξιο.
Ομως, στο σχολείο έχουν τοποθετηθεί 19 δάσκαλοι, καθώς υπάρχει ανάγκη ένας
δάσκαλος, ο οποίος έχει αναλάβει και το ολοήμερο σχολείο, να κάνει μαθήματα
κατ’ οίκον σε ασθενή μαθητή με λευχαιμία, που αδυνατεί να πηγαίνει στο σχολείο.
Ομως, εξαιτίας των κενών που υπάρχουν στα σχολεία της Δυτικής Θεσσαλονίκης, η
Δευτεροβάθμια Εκπαίδευση Ανατολικής Θεσσαλονίκης υποχρεώνει, προς το παρόν
προφορικά, το δάσκαλο να επιστρέψει στην αίθουσα, προκειμένου συνάδελφός του να
πάρει απόσπαση σε σχολείο της Δυτικής Θεσσαλονίκης.
Ηδη, γονείς
και μαθητές του σχολείου προβαίνουν σε διαμαρτυρίες στους αρμοδίους, για την
παραπάνω κατάσταση.
«Η
συγκυβέρνηση ΝΔ – ΠΑΣΟΚ και ΕΕ στερούν από τα παιδιά των λαϊκών οικογενειών το
δικαίωμα στη μόρφωση, καταδικάζουν στην ανεργία και την εργασιακή ομηρία τους
εκπαιδευτικούς, στο όνομα της δημοσιονομικής πολιτικής. Η μόνη ρεαλιστική λύση
είναι η άμεση πλήρωση όλων των κενών με μόνιμους μαζικούς διορισμούς, με άμεση
μονιμοποίηση όλων των αναπληρωτών χωρίς όρους και προϋποθέσεις», τονίζουν οι
βουλευτές του ΚΚΕ, ζητώντας κάλυψη των κενών με μόνιμους διορισμούς, ανάκληση
των μετακινήσεων και συνέχιση των μαθημάτων κατ’ οίκον για το μαθητή που δεν
μπορεί να πάει στο σχολείο.

Έκθεση της Κομισιόν: Βαθμό κάτω από τη βάση παίρνει το εκπαιδευτικό σύστημα. ΕΚΘΕΣΗ-ΣΟΚ ΤΗΣ ΚΟΜΙΣΙΟΝ: ΔΕΝ ΠΕΡΝΑ ΤΑ ΤΕΣΤ ΑΞΙΟΛΟΓΗΣΗΣ Η ΕΛΛΑΔΑ

Βαθμό κάτω από τη βάση παίρνει το εκπαιδευτικό σύστημα

«Mετεξεταστέο» μένει το ελληνικό εκπαιδευτικό
σύστημα στα ευρωπαϊκά τεστ αξιολόγησης.
 

«Πιάνει» μόνο έναν από τους έξι στόχους
που έχει θέσει η E.E. με ορίζοντα υλοποίησης το 2020, ενώ στους υπόλοιπους
βαθμολογείται «κάτω από τη βάση». Iδιαίτερα απογοητευτική είναι η εικόνα που
παρουσιάζει η χώρα μας σε κρίσιμους δείκτες, όπως είναι η επιτυχής μετάβαση των
αποφοίτων τριτοβάθμιας εκπαίδευσης στην αγορά εργασίας, η μείωση των ποσοστών
αποτυχίας των 15χρονων μαθητών σε βασικές δεξιότητες και η αύξηση της
συμμετοχής των ενηλίκων στη διά βίου εκπαίδευση.
Eιδικότερα,
η έκθεση της Eυρωπαϊκής Eπιτροπής για την αξιολόγηση της προόδου του
στρατηγικού πλαισίου «Eκπαίδευση και κατάρτιση 2020», που παρουσιάζει σήμερα η
«H», κάνει λόγο για σοβαρά προβλήματα του ελληνικού εκπαιδευτικού συστήματος
όσον αφορά την ποιότητα και την αποτελεσματικότητά του και ζητά να ληφθούν
συγκεκριμένα μέτρα, δίνοντας έμφαση στην εφαρμογή της αξιολόγησης. Oι συστάσεις
που γίνονται προς τη χώρα μας προβλέπουν, μεταξύ άλλων, τα ακόλουθα:
Βαθμό κάτω από τη βάση παίρνει το εκπαιδευτικό σύστημα
• Tον
εκσυγχρονισμό της πρωτοβάθμιας και δευτεροβάθμιας εκπαίδευσης με στόχο να
ενισχυθεί η ποιότητα των παρεχόμενων υπηρεσιών και να μειωθούν τα υψηλά ποσοστά
αποτυχίας των μαθητών.
• Την
εφαρμογή συστήματος αξιολόγησης στους εκπαιδευτικούς των δύο πρώτων βαθμίδων
και την αύξηση της οικονομικής και οργανωτικής αυτονομίας των σχολικών μονάδων.
• Tην
εξοικονόμηση πόρων λόγω χαμηλής κρατικής χρηματοδότησης, με μέτρα όπως είναι ο
«εξορθολογισμός» των σχολικών μονάδων, ανοίγοντας «παράθυρο» για νέες
συγχωνεύσεις και καταργήσεις, η αύξηση του αριθμού των μαθητών ανά τμήμα και η
μείωση των λειτουργικών δαπανών των σχολείων.
• Tην
ενίσχυση της ελκυστικότητας της επαγγελματικής εκπαίδευσης, όπου φοιτά το 33,1%
των μαθητών έναντι 50,4% στην Eυρώπη, αλλά και τη σύνδεσή της με την αγορά
εργασίας.
• Tην
προσαρμογή της ανώτατης εκπαίδευσης με τις ανάγκες της ελληνικής οικονομίας με
στόχο να μειωθούν τα ποσοστά ανεργίας των νέων πτυχιούχων.
Aναλυτικά,
όσον αφορά τις επιδόσεις της Eλλάδας στους έξι στόχους που έχει θέσει η Eυρώπη
για την εκπαίδευση προκύπτουν τα ακόλουθα:
1 Πρόωρη
«διαρροή» νέων από την εκπαίδευση – κατάρτιση: Aυτός, είναι ο μοναδικός δείκτης
στον οποίο η Eλλάδα έχει εξαιρετική επίδοση. Tο 2013, το ποσοστό των νέων,
ηλικίας 18 – 24 ετών, που βρίσκονται εκτός εκπαιδευτικής διαδικασίας -δηλαδή
δεν συνεχίζουν τις σπουδές τους στη μεταδευτεροβάθμια και την τριτοβάθμια
εκπαίδευση ή δεν συμμετέχουν σε προγράμματα κατάρτισης- ήταν μόλις 10,1% όταν ο
ευρωπαϊκός μέσος όρος ήταν 12%. Σημειώνεται ότι στόχος είναι το ποσοστό αυτό να
μειωθεί κάτω από το 10% στα κράτη -μέλη της E.E. έως το 2020.
2 Aποφοίτηση
νέων από την τριτοβάθμια εκπαίδευση: Kαλές, αν και κάτω από τον ευρωπαϊκό μέσο
όρο, είναι οι επιδόσεις της χώρας μας σε αυτόν τον δείκτη. Tο 2013, το 34,9%
των πολιτών, ηλικίας 30-34 ετών, ήταν απόφοιτοι μεταδευτεροβάθμιας εκπαίδευσης
(π.χ. IEK) και τριτοβάθμιας εκπαίδευσης (πανεπιστήμια και TEI) όταν ο
ευρωπαϊκός μέσος όρος ήταν 36,9%. Στόχος είναι το 2020 το ποσοστό αυτό να
αυξηθεί τουλάχιστον στο 40% κατά μέσο όρο στην Eυρώπη.
3 Συμμετοχή
παιδιών άνω των 4 ετών στην προσχολική εκπαίδευση: H Eυρώπη δίνει ιδιαίτερη
βαρύτητα στη συμμετοχή των παιδιών ηλικίας άνω των 4 ετών στην προσχολική
εκπαίδευση, ζητώντας από τα κράτη-μέλη να αυξήσουν το σχετικό ποσοστό στο 95%
έως το 2020. Στην Eλλάδα, το ποσοστό αυτό είναι αρκετά χαμηλότερο (75,2%), με
τους συντάκτες της έκθεσης να επισημαίνουν ότι η χώρα μας πρέπει να λάβει
μέτρα, καθώς απέχει πολύ από τον ευρωπαϊκό μέσο όρο που είναι 93,9%.
4 Eπιδόσεις
15χρονων μαθητών σε βασικές δεξιότητες: Tα αποτελέσματα των επιδόσεων των
Eλλήνων 15χρονων μαθητών στους διαγωνισμούς PISA του OOΣA προκαλούν απογοήτευση
και προβληματισμό για την ποιότητα της παρεχόμενης εκπαίδευσης. Aυτό αναφέρεται
στην έκθεση της Kομισιόν και τονίζεται η ανάγκη εφαρμογής της αξιολόγησης των
εκπαιδευτικών. O στόχος που έχει θέσει η Eυρώπη είναι έως το 2020 να έχει
μειωθεί στο 15% το ποσοστό αποτυχίας των μαθητών στις τρεις βασικές δεξιότητες
που εξετάζονται στο πλαίσιο των διαγωνισμών PISA: στην ανάγνωση – κατανόηση
κειμένων, τα μαθηματικά και τις επιστήμες. Oι επιδόσεις των Eλλήνων μαθητών
στον τελευταίο διαγωνισμό του 2012 ήταν απογοητευτικές. Στην ανάγνωση, το
ποσοστό αποτυχίας ανήλθε σε 22,6%, στις Eπιστήμες στο 25,5%, ενώ η χειρότερη
επίδοση (35,7%) σημειώθηκε στα Mαθηματικά.
5
Aπασχολησιμότητα αποφοίτων τριτοβάθμιας εκπαίδευσης: Eνώ το πτυχίο αποτελεί
στην Eυρώπη «διαβατήριο» για την αγορά εργασίας, στη χώρα μας οι απόφοιτοι
μεταδευτεροβάθμιας και τριτοβάθμιας εκπαίδευσης βρίσκονται αντιμέτωποι με την
ανεργία και εξαναγκάζονται να μεταναστεύουν στο εξωτερικό. Eίναι ενδεικτικό ότι
εργάζεται μόλις το 40% των νέων, ηλικίας 20-34 ετών, που έχουν ολοκληρώσει
τριτοβάθμια εκπαίδευση όταν ο ευρωπαϊκός μέσος όρος είναι 75,5%. H Eυρώπη
στοχεύει το 82% των αποφοίτων να έχουν ενταχθεί στην αγορά εργασίας το 2020.
6 Συμμετοχή
ενηλίκων στη διά βίου εκπαίδευση: Iδιαίτερα χαμηλή είναι η επίδοση της χώρας
μας σε ό, τι αφορά τη συμμετοχή των πολιτών, ηλικίας 25-64 ετών, σε προγράμματα
διά βίου εκπαίδευσης και κατάρτισης που βοηθούν στην ένταξή τους στην αγορά εργασίας.
Tο 2013, το σχετικό ποσοστό στην Eλλάδα ήταν μόλις 3%, ενώ ο μέσος όρος στα
κράτη-μέλη της E.E. έφθανε το 10,5%. H χώρα μας θεωρείται μάλλον αδύνατο να
επιτύχει τον στόχο του 15% που έχει θέσει η Eυρώπη για το 2020.



Νέο κύμα μετατάξεων στα σχολεία – Αντιδράσεις από τους εκπαιδευτικούς

Σε νέο «κύμα» μετατάξεων εκπαιδευτικών
προχώρησε αιφνιδιαστικά το υπουργείο Παιδείας παραμονή των Χριστουγέννων,
προκαλώντας τις οξύτατες αντιδράσεις των εκπαιδευτικών ομοσπονδιών που κάνουν
λόγο για τακτοποίηση των «ημετέρων» ενόψει των εκλογών.

Όπως τονίζει στην «Η» ο πρόεδρος της Διδασκαλικής Ομοσπονδίας Ελλάδος (ΔΟΕ) κ.
Χαράλαμπος Κόκκινος, δεκάδες εκπαιδευτικοί ειδικοτήτων της δευτεροβάθμιας
εκπαίδευσης μετακινήθηκαν, χωρίς αξιοκρατικά κριτήρια, στην πρωτοβάθμια
εκπαίδευση σε περιοχές της προτίμησής τους, με αποτέλεσμα να αδικούνται οι
εκπαιδευτικοί οι οποίοι υπηρετούν εδώ και χρόνια στην πρωτοβάθμια εκπαίδευση.
«Δυστυχώς, για ακόμη μια φορά η εκπαιδευτική κοινότητα γίνεται θεατής στο ίδιο
κακόγουστο έργο?

Η άνιση και άδικη
μεταχείριση συνεχίζεται!», αναφέρει η ΔΟΕ σε ανακοίνωσή της, καταγγέλλοντας
αυτή την τακτική που, όπως ισχυρίζεται, όχι μόνο δεν λύνει αλλά δημιουργεί
τεράστια προβλήματα στους εκπαιδευτικούς των ειδικοτήτων. Εν τω μεταξύ, χθες
ανακοινώθηκε από το υπουργείο Παιδείας ότι για το τρέχον σχολικό έτος
(2014-2015) προσλαμβάνονται ως αναπληρωτές 139 εκπαιδευτικοί ειδικοτήτων (ΠΕ01,
ΠΕ02, ΠΕ03, ΠΕ04, ΠΕ05, ΠΕ06, ΠΕ07, ΠΕ09, ΠΕ10, ΠΕ11, ΠΕ12, ΠΕ13, ΠΕ14, ΠΕ17,
ΠΕ18 και ΠΕ19-20), για την κάλυψη λειτουργικών κενών σε σχολεία δευτεροβάθμιας
εκπαίδευσης. Οι προσλαμβανόμενοι οφείλουν να παρουσιαστούν στις οικείες
διευθύνσεις δευτεροβάθμιας εκπαίδευσης για ανάληψη υπηρεσίας την Τετάρτη 7
Ιανουαρίου 2015 όπου και θα τοποθετηθούν, με απόφαση του διευθυντή εκπαίδευσης,
σε κενές θέσεις των σχολείων της περιοχής, στην οποία προσλήφθηκαν, μέχρι και
τη λήξη του διδακτικού έτους.


ΕΦΗΜΕΡΙΔΑ ΣΥΝΤΑΚΤΩΝ : Η δημόσια Παιδεία καταρρέει και ο Ανδρέας το μπουζούκι του

Ο υπουργός Παιδείας για ένα ολόκληρο εξάμηνο, από τον
Ιούνιο και μέχρι τον Δεκέμβριο του 2014, δεν δίσταζε να παραμυθιάζει χιλιάδες
αδιόριστους εκπαιδευτικούς για την πραγματοποίηση ΑΣΕΠ, δηλαδή για διορισμούς!

Καθώς το 2014 μας αποχαιρέτησε και ήδη ολοκληρώνεται
το πρώτο μισό του τρέχοντος σχολικού έτους, η εκπαιδευτική κοινότητα,
εκπαιδευτικοί, μαθητές και γονείς, έχουν την πολυτέλεια να εκτιμήσουν, με τα
αποδεικτικά στοιχεία που παρέχει ο χρόνος, κάποιες βασικές υποσχετικές του
υπουργείου Παιδείας.
Η αλήθεια είναι ότι το 2014 όσοι αναπνέουν την κιμωλία
μέσα στην τάξη, βρέθηκαν μπροστά σε ένα πρωτοφανές μπαράζ ανακοινώσεων,
εξαγγελιών, υποσχέσεων, σε μια «Λοβερδιάδα» αλληλοαναιρούμενων δηλώσεων, που
δεν ήταν τίποτε άλλο παρά ο τρόπος με τον οποίο το επιτελείο του υπουργείου
Παιδείας προσπάθησε να συμβιβάσει δυο αντικρουόμενες «γραμμές»: τη «γραμμή» των
περικοπών του φθηνού σχολείου και του ξεθεμελιώματος των εργασιακών σχέσεων των
εκπαιδευτικών από τη μια και τη «γραμμή» της πολιτικής διάσωσης του Ανδρέα
Λοβέρδου, ο οποίος, ως γκουρού της επικοινωνίας, υπολογίζει πολύ καλά την τύχη
των προηγούμενων διαχειριστών του υπουργείου στο οποίο προΐσταται.
Ξεσκονίζοντας, λοιπόν, τις ατελείωτες εκπαιδευτικές εξαγγελίες,
στεκόμαστε σε τρεις, οι οποίες στόχευαν αφενός να αποσπάσουν τη συναίνεση του
συνόλου της κοινής γνώμης, αφετέρου, να εκμεταλλευτούν την αγωνία δεκάδων
χιλιάδων πτυχιούχων, οι οποίοι πασχίζουν για μια θέση στη σχολική εκπαίδευση,
με λίγα λόγια επιδιώκουν (και καλά κάνουν) να εργαστούν σε κάτι που έχουν
σπουδάσει και, στις περισσότερες περιπτώσεις, έχουν ονειρευτεί.
1 Αναστολή διορισμών μέσω ΑΣΕΠ
Πριν από λίγες μέρες, στις 22 Δεκεμβρίου, δημοσιεύτηκε
στην Εφημερίδα της Κυβερνήσεως η απόφαση, σύμφωνα με την οποία παρατείνεται από
την ημερομηνία λήξης της και έως την 31η Δεκεμβρίου 2015 η ισχύς της 33/2006
Πράξης Υπουργικού Συμβουλίου «Αναστολή διορισμών και προσλήψεων στον Δημόσιο
Τομέα».
Στην απόφαση αυτή της κυβέρνησης, που αφενός ήταν
προειλημμένη και αφετέρου «σύρθηκε» στα μουγκά, όπως επιβάλλει η πολιτική της
εξαπάτησης στην προεκλογική περίοδο, επισημαίνεται ότι το υπουργικό συμβούλιο,
«έχοντας υπόψη την ανάγκη περιστολής, λόγω των δημοσιονομικών συνθηκών, των
δαπανών στο Δημόσιο, στα νομικά πρόσωπα δημοσίου δικαίου, στους οργανισμούς
τοπικής αυτοδιοίκησης και στα νομικά πρόσωπα ιδιωτικού δικαίου που ανήκουν στον
ευρύτερο δημόσιο τομέα», συνεχίζει την αναστολή των διορισμών και προσλήψεων
στον δημόσιο τομέα.
Και όμως, ο υπουργός Παιδείας για ένα ολόκληρο
εξάμηνο, από τον Ιούνιο και μέχρι τον Δεκέμβριο του 2014, όχι μία, όχι δύο,
αλλά δεκάδες φορές, σε κάθε δημόσια δήλωσή του, δεν δίσταζε να παραμυθιάζει
χιλιάδες αδιόριστους εκπαιδευτικούς για την πραγματοποίηση ΑΣΕΠ, δηλαδή για
διορισμούς. Στις αρχές του καλοκαιριού δήλωνε ότι διαγωνισμός θα γινόταν τέλος
του 2014, όσο περνούσε ο καιρός δήλωνε ότι ο διαγωνισμός θα γινόταν το α΄
δίμηνο του 2015, και τις προηγούμενες μέρες δεν δίστασε να συνδέσει την
πραγματοποίηση του διαγωνισμού με την εκλογή… του Προέδρου της Δημοκρατίας.
Ναι, ο υπουργός Παιδείας, αν και γνώριζε την παράταση
της αναστολής των διορισμών και των προσλήψεων εκπαιδευτικών, σκηνοθέτησε μια
ελπίδα για δεκάδες χιλιάδες άνεργους εκπαιδευτικούς στο πλαίσιο της απόσπασης
της συναίνεσής τους στην πολιτική του υπουργείου στο οποίο προΐσταται.
2 Ενισχυτική διδασκαλία… στα λόγια
Τον Φεβρουάριο του 2014, ο τότε υπουργός Παιδείας κ.
Αρβανιτόπουλος δηλώνει στη Βουλή ότι το Πρόγραμμα της Πρόσθετης Διδακτικής
Στήριξης θα εφαρμοστεί τη σχολική χρονιά 2014-15. Τη σκυτάλη πήρε, μετά την
αλλαγή φρουράς στο υπουργείο, ο Α. Λοβέρδος, δηλώνοντας ότι τόσο η ενισχυτική
διδασκαλία για τους μαθητές των γυμνασίων όσο και η Πρόσθετη Διδακτική Στήριξη
για τους μαθητές των λυκείων θα εφαρμοστεί με πληρότητα τη σχολική χρονιά
2014/15. Και ενώ το σχολικό έτος βρίσκεται ήδη στο μέσον της διάρκειάς του, ο
ίδιος υπουργός δεν διστάζει να εξαπατήσει για μια ακόμη φορά την κοινή γνώμη
δηλώνοντας ότι η ενισχυτική διδασκαλία στα γυμνάσια και η πρόσθετη διδακτική
στήριξη στα γενικά λύκεια προβλέπεται να γίνει «με συμπλήρωση ωραρίου μονίμων
και αναπληρωτών».
Κοντολογίς, δεν αναμένονται προσλήψεις αναπληρωτών και
ωρομίσθιων εκπαιδευτικών για το πρόγραμμα της ενισχυτικής διδασκαλίας στα
Γυμνάσια, παρά το γεγονός ότι προβλεπόταν η λειτουργία του προγράμματος με
χρηματοδότηση από το ΕΣΠΑ και για το σχολικό έτος 2014-15.
Η ανακοίνωση του υπουργείου Παιδείας προκάλεσε το
πικρό γέλιο των καθηγητών, καθώς είναι γνωστό ότι τόσο η ενισχυτική διδασκαλία
όσο και η πρόσθετη διδακτική στήριξη αφορούν τις ειδικότητες των φιλολόγων,
μαθηματικών, φυσικών, χημικών και άλλων ειδικοτήτων, που, όχι μόνο καλύπτουν το
ωράριό τους, αλλά έχουν πάρει και υπερωρίες. Δηλαδή, όχι μόνο δεν υπάρχουν
πλεονάσματα ωρών για να γίνει συμπλήρωση ωραρίου, αλλά απουσιάζουν ακόμη
αρκετές εκατοντάδες καθηγητές.
Οι αδιόριστοι-αναπληρωτές εκπαιδευτικοί είναι απογοητευμένοι
γιατί, αν και το τεχνικό δελτίο του 2013 ανέφερε ότι η Πράξη αφορά και το
σχολικό έτος 2014-15, ωστόσο οι συνεχείς τροποποιήσεις του αρχικού
προϋπολογισμού του έργου, που προέβλεπε αρχικά σχεδόν 51.000.000, είχαν ως
αποτέλεσμα τη μείωση του έργου κατά 47.000.000 και συνακόλουθα στο να οδηγηθούν
οι αδιόριστοι εκπαιδευτικοί στον αποκλεισμό από την ενισχυτική διδασκαλία.
3 Σχολικές βιβλιοθήκες… για τα μάτια του κόσμου
Στα τέλη Οκτωβρίου ανακοινώθηκε από το υπουργείο
Παιδείας (και αναμετέδωσαν με όλα τους τα μέσα τα ΜΜΕ) ότι επιτέλους φέτος θα
λειτουργήσουν οι 757 σχολικές βιβλιοθήκες, που αραχνιάζουν περίπου 5 χρόνια από
έλλειψη προσωπικού.
Αφού έντυσε την ανακοίνωσή του με τα υλικά του γνωστού
success story, έστειλε εγκύκλιο με «Οδηγίες για τη λειτουργία των 757 Σχολικών
Βιβλιοθηκών ΕΠΕΑΕΚ κατά το σχολικό έτος 2014-2015» (27/10/2014). Σε αυτήν καλεί
αφενός «τους Προϊστάμενους των Διευθύνσεων Δευτεροβάθμιας Εκπαίδευσης, εφόσον
υπάρχουν εκπαιδευτικοί στη διάθεση του ΠΥΣΔΕ, να τους διαθέσουν στις Σχολικές
Βιβλιοθήκες ΕΠΕΑΕΚ της οικείας Διεύθυνσης και αφετέρου τους Διευθυντές των
σχολικών μονάδων που διαθέτουν μία από τις 757 Σχολικές Βιβλιοθήκες ΕΠΕΑΕΚ, να
φροντίσουν ώστε να λειτουργούν από δύο (2) έως έξι (6) ώρες την εβδομάδα, με το
να προτείνουν στο σύλλογο διδασκόντων έναν (1) ή δύο (2) κατάλληλους μόνιμους
εκπαιδευτικούς του Σχολείου για συμπλήρωση ωραρίου».
Ακόμη και αυτή όμως η καινοτομία του υπουργείου
Παιδείας έμεινε στα χαρτιά, καθώς το υπουργείο όριζε ότι «σε κάθε περίπτωση,
προτεραιότητα έχει η συμπλήρωση του διδακτικού ωραρίου των εκπαιδευτικών με
μαθήματα πρώτης και δεύτερης ανάθεσης της ειδικότητάς τους». Εκπαιδευτικοί δεν
υπήρχαν, οπότε η λειτουργία των βιβλιοθηκών έμεινε μια ακόμη διακήρυξη χωρίς
περιεχόμενο.

ΚΥΒΕΡΝΗΤΙΚΗ ΠΟΛΙΤΙΚΗ ΓΙΑ ΤΑ ΝΑΡΚΩΤΙΚΑ : «Λουκέτο» σε προγράμματα και διαχείριση της εξάρτησης.

Η κατάσταση
στον τομέα της απεξάρτησης είναι εκρηκτική. Πριν από ένα μήνα

έκλεισαν τα
προγράμματα «streetwork» (δουλειά στο δρόμο). Αλλα προγράμματα αναμένεται να
κλείσουν στις αρχές του 2015 καθώς λήγει η χρηματοδότησή τους από το ΕΣΠΑ,
αφήνοντας στο δρόμο δεκάδες εργαζόμενους και χωρίς υπηρεσίες εκατοντάδες
χρήστες ναρκωτικών ουσιών.

Την ίδια
στιγμή, η διοίκηση του ΟΚΑΝΑ παρουσιάζει την «Επιχείρηση
“χιονοστιβάδα”». Πρόκειται για ένα πρόγραμμα προσέγγισης αποκλειστικά
και μόνο χρηστών ενέσιμων ναρκωτικών (ΧΕΝ) στους χώρους συνάθροισής τους. Στην
πραγματικότητα, πρόκειται για ένα πρόγραμμα που η κυβέρνηση με έμμεσο τρόπο
επιχειρεί σε πρώτη φάση να το αξιοποιήσει ως άλλοθι για το κλείσιμο
προγραμμάτων που θα μπορούσαν να προσφέρουν σημαντικό έργο και να τα
αντικαταστήσει με προγράμματα μικρής διάρκειας, που θα στελεχώνονται με
εθελοντές – ως επί το πλείστον ενεργούς χρήστες ναρκωτικών κι όχι
απεξαρτημένους όπως γίνεται στα προγράμματα «streetwork». Η παρέμβαση στους ΧΕΝ
περιορίζεται αποκλειστικά στην «ασφαλή χρήση» (καθαρές σύριγγες κ.ά.) και στη
μείωση της βλάβης, χωρίς να έχει μακροπρόθεσμο στόχο την παραπομπή και την
ένταξη των χρηστών σε κάποιο θεραπευτικό πρόγραμμα ώστε να απεξαρτηθούν.
Υπενθυμίζουμε ότι τα προγράμματα «streetwork» απευθύνονται σε όλους τους
χρήστες ναρκωτικών και στόχο έχουν με αργό και μεθοδικό τρόπο την κινητοποίησή
τους ώστε κάποια στιγμή να φύγουν από την παραίτηση και να αποφασίσουν να αγωνιστούν
για την ελευθερία τους από την τοξικοεξάρτηση.
Σε δεύτερο
πλάνο κυβέρνηση και διοίκηση του ΟΚΑΝΑ εφαρμόζουν κατά γράμμα τις ευρωενωσιακές
ντιρεκτίβες που θέλουν την αντιναρκωτική πολιτική να περιορίζεται στη
διαχείριση της εξάρτησης, επικεντρώνοντας δράσεις και κονδύλια στη μείωση της
βλάβης, αφήνοντας στο απυρόβλητο τα αίτια που γεννούν την τοξικοεξάρτηση,
υπονομεύοντας την αξία της απεξάρτησης, προωθώντας τη νομιμοποίηση των
ναρκωτικών.
Αποκαλυπτικά
είναι όσα είπε κατά τη διάρκεια ημερίδας ο Κωνσταντίνος Γαζγαλίδης, συντονιστής
των Μονάδων και Υπηρεσιών Βόρειας Ελλάδας του ΟΚΑΝΑ:
«Στη χώρα μας
απαγορεύεται η κατοχή και χρήση ουσιών. Την τελευταία 10ετία υπάρχει μια
συνεχής βελτίωση, προχωράμε αργά αλλά με σταθερά βήματα προς την
αποποινικοποίηση της χρήσης. Με τον τελευταίο νόμο είμαστε πλέον σε καλύτερο
στάδιο». Και φυσικά δεν έλειψαν οι σπόντες «για κάποιους που έχουν ισχυρά
ριζωμένη την αντίληψη για οριστική αντιμετώπιση του προβλήματος των
ναρκωτικών». Προκλητικά ήταν τα όσα ανέφερε για την πρόληψη: «Δεν έχει
κατακτήσει μεθοδολογικά τα εργαλεία για να καταστήσει μη απαραίτητη την
απεξάρτηση. Η πρόληψη δεν μπορεί να χρησιμοποιείται ως άλλοθι για να μη
γίνονται πράγματα (…) Ο ΟΚΑΝΑ δεν πρέπει να χάσει την ιδεολογική ηγεμονία και
την επιστημονική εποπτεία των Κέντρων Πρόληψης
». Φυσικά, ο συντονιστής Β.
Ελλάδας αποσιωπά τις αμέτρητες τρικλοποδιές που βάζει από τα γεννοφάσκια των ΚΠ
η διοίκηση του ΟΚΑΝΑ, με αποκορύφωμα την εξαφάνιση 3 εκατομμυρίων ευρώ –
χρήματα που, όπως καταγγέλλει το Σωματείο Εργαζομένων στα ΚΠ, έχει λάβει από το
υπουργείο Υγείας με εντολή να αποδοθούν αποκλειστικά στα Κέντρα Πρόληψης (ΚΑΕ
2555) – ενώ περισσότερα από 5 εκατομμύρια ευρώ δεν έχει αποδώσει ο ΟΚΑΝΑ στα
Κέντρα Πρόληψης για την περίοδο 2009 – 2013.
Ιδιαίτερο
ενδιαφέρον παρουσιάζουν τα αποτελέσματα από τα ερωτηματολόγια που συμπληρώθηκαν
κατά την «Επιχείρηση “χιονοστιβάδα”», σκιαγραφώντας για άλλη μια φορά
τον εγκληματικό χαρακτήρα της υποτιθέμενης «αντιναρκωτικής» πολιτικής. Από τα
2.549 ερωτηματολόγια που συμπληρώθηκαν από τους ΧΕΝ προκύπτουν τα εξής
στοιχεία, όπως αυτά παρουσιάστηκαν.
  • Ο μέσος
    όρος ηλικίας ήταν 38,7 ετών. Το 90,4% είναι Ελληνες και το 9,6% αλλοδαποί.
  • Το 21,5%
    είναι άστεγοι, το 14,6% ζουν περιστασιακά σε κάποιο κατάλυμα
    , το 63,9%
    φιλοξενούνται.
  • Το 84,5%
    είναι άνεργοι
    , περίπου το 8% αναφέρει μερική απασχόληση και περίπου το
    7% αναφέρει πλήρη απασχόληση. Ελάχιστοι λαμβάνουν σύνταξη, πρόνοια ή
    κάποιο επίδομα.
  • Το 55,5%
    δε διαθέτει Κοινωνική Ασφάλιση.
Το έγκλημα της
«μείωσης της βλάβης»
  • Το 36,9%
    δηλώνει πως λαμβάνει «θεραπεία» για τη χρήση ουσιών σε κάποιο πρόγραμμα.
    Απ’ αυτούς το… 91,5% δηλώνει τον ΟΚΑΝΑ (67,9% σε πρόγραμμα υποκατάστασης
    με βουπρενορφίνη και το 30% σε πρόγραμμα χορήγησης μεθαδόνης
    ). Από το
    συγκεκριμένο στοιχείο καταρρέει όλη η αντιναρκωτική πολιτική, το μύθευμα
    της μείωσης της βλάβης που εφαρμόζουν οι μέχρι τώρα κυβερνήσεις και
    ευαγγελίζονται ΔΗΜΑΡ, ΣΥΡΙΖΑ, ΛΑ.Ο.Σ. Μια εγκληματική πολιτική που οδηγεί
    χιλιάδες ανθρώπους να κάνουν παράλληλη χρήση ναρκωτικών, συνδέεται άμεσα
    με την κατάσταση που σκόπιμα έχει διαμορφωθεί στα προγράμματα
    υποκατάστασης του ΟΚΑΝΑ, τα οποία λειτουργούν χωρίς αντιδραστήρια εδώ και
    μήνες, με χαμηλές προδιαγραφές, θέτοντας σε άμεσο κίνδυνο τη ζωή χρηστών,
    απονοηματοδοτώντας την έννοια της θεραπείας. Υπενθυμίζουμε ότι ένα από τα
    επιχειρήματα που χρησιμοποιούν είναι ότι στα προγράμματα υποκατάστασης
    «μειώνεται η επιθυμία για ηρωίνη», «μειώνεται η χρήση ναρκωτικών κατά 40 –
    60%»…
  • Τον
    τελευταίο μήνα οι επικρατέστερες ουσίες τις οποίες έκαναν χρήση είναι
    ηρωίνη, σίσα (το γνωστό επικίνδυνο «ναρκωτικό των εξαθλιωμένων» που έπεσε
    στις πιάτσες πριν 3 χρόνια) και κάνναβη.

Το 57,4%
των ΧΕΝ έχουν υποβληθεί σε θεραπεία για τουλάχιστον 2 βδομάδες. Το 35,7% στον
ΟΚΑΝΑ, το 27,4% στο ΚΕΘΕΑ και 12,2% στο 18ΑΝΩ. Συνδυασμό προγραμμάτων αναφέρει
το 6% (δηλαδή, το 43% των ΧΕΝ που τριγυρνούν στους δρόμους δεν έχει φτάσει ποτέ
σε κάποιο θεραπευτικό πρόγραμμα, γεγονός που επιβεβαιώνει την ανάγκη για
δημιουργία περισσότερων προγραμμάτων απεξάρτησης).

 

Σταυροί υποψηφίων σε ΑΠΥΣΠΕ 2014 και ΚΥΣΠΕ 2014 Αττικής

Ορισμός σειράς εκλογής και διορισμός αιρετών εκπροσώπων των εκπαιδευτικών στο Α.Π.Υ.Σ.Π.Ε. Αττικής

Αποτελέσματα εκλογής αιρετών εκπροσώπων των εκπαιδευτικών της Πρωτοβάθμιας Εκπαίδευσης στο Κεντρικό Υπηρεσιακό Συμβούλιο (Κ.Υ.Σ.Π.Ε.) 

ΣΤΑΥΡΟΙ ΚΥΣΠΕ 

Περιμένουμε και τα επίσημα αποτελεσματα απ΄ το ΠΥΣΠΕ Β΄ Αθήνας. Θα τα δημοσιεύσουμε μόλις τα μάθουμε. 

ΕΘΝΟΣ : Νέος γύρος συγχωνεύσεων και καταργήσεων σχολείων. Αποφάσεις μέχρι 18 Φεβρουαρίου.

Προτάσεις στους
δήμους θα κάνουν το επόμενο διάστημα οι διευθυντές Πρωτοβάθμιας και
Δευτεροβάθμιας Εκπαίδευσης σε όλη τη χώρα για καταργήσεις, συγχωνεύσεις και
ιδρύσεις σχολείων για το σχολικό έτος 2015-2016, έτσι ώστε μέχρι τις 18
Φεβρουαρίου να έχουν ληφθεί οι τελικές αποφάσεις.
ΤΑ ΤΕΣΣΕΡΑ ΚΡΙΤΗΡΙΑ
Ο αριθμός των μαθητών, η ορθή διαχείριση του ανθρώπινου δυναμικού, η απόσταση
που θα διανύουν οι μεταφερόμενοι μαθητές και οι κτιριακές υποδομές είναι οι
προϋποθέσεις που βάζει το υπουργείο Παιδείας για τις μεταβολές των σχολικών
μονάδων

Μάλιστα οι
δήμοι είναι υποχρεωμένοι να αναλάβουν τα έξοδα για τις λειτουργικές δαπάνες
νέων σχολείων, καθώς και για τη μεταφορά των μαθητών στις περιπτώσεις
συγχωνεύσεων.
Το υπουργείο
Παιδείας με εγκύκλιο που έστειλε προς τις Περιφερειακές Διευθύνσεις Εκπαίδευσης
δίνει οδηγίες για ιδρύσεις, καταργήσεις, συγχωνεύσεις, προαγωγές, υποβιβασμούς
και μετατροπές σχολείων, ζητώντας και τις σχετικές γνωμοδοτήσεις απο τα
δημοτικά συμβούλια ώστε να μπορέσει να προχωρήσει ομαλά η σχετική διαδικασία σε
συνεργασία με τους φορείς της Τοπικής Αυτοδιοίκησης.
Στην εγκύκλιο
που έστειλε το υπουργείο Παιδείας μεταξύ άλλων ορίζονται και τα εξής:
• Για τις
μεταβολές των σχολικών μονάδων να λαμβάνεται υπόψη ο αριθμός των μαθητών, η
ορθή διαχείριση του ανθρώπινου δυναμικού, η χιλιομετρική απόσταση που διανύουν
οι μεταφερόμενοι μαθητές και οι κτιριακές υποδομές με στόχο τη δημιουργία
άρτιων, εξοπλισμένων και επαρκώς στελεχωμένων σχολικών μονάδων.
• Ιδιαίτερη
προσοχή απαιτείται στις περιπτώσεις ιδρύσεων και συγχωνεύσεων, για τις οποίες
πρέπει να ορίζεται με σαφήνεια η ακριβής ονομασία και η έδρα λειτουργίας του
νέου σχολείου, αλλά και η εξασφάλιση κατάλληλης στέγης.
• Οι διευθυντές
Πρωτοβάθμιας και Δευτεροβάθμιας Εκπαίδευσης, αφού υποβάλουν στους δήμους
προτάσεις για κάθε είδους σχολική μεταβολή για το σχολικό έτος 2015-2016, είναι
απαραίτητο να ζητήσουν εγγράφως τη γνωμοδότηση των Δημοτικών Συμβουλίων επί των
προτάσεών τους και να κοινοποιήσουν το σχετικό έγγραφο στο υπουργείο Παιδείας.
• Επισημαίνεται
ότι στις προτάσεις πρέπει να αναφέρεται εάν τα προτεινόμενα προς ίδρυση σχολεία
είναι ενταγμένα ή πρόκειται να ενταχθούν σε προγράμματα χρηματοδότησης.
• Οι διευθυντές
Εκπαίδευσης, αφού συγκεντρώσουν τις γνωμοδοτήσεις των Δημοτικών Συμβουλίων, θα
τις διαβιβάσουν μέχρι 18-02-2015 στο υπουργείο Παιδείας και στις οικείες
Περιφερειακές Διευθύνσεις Εκπαίδευσης. Επίσης μαζί με τις γνωμοδοτήσεις των
Δημοτικών Συμβουλίων θα αποστείλουν:
α) βεβαιώσεις
ανάληψης δαπάνης για τις λειτουργικές ανάγκες των προτεινόμενων προς ίδρυση
σχολείων που θα εκδώσουν οι οικονομικές υπηρεσίες των οικείων δήμων και
β) βεβαιώσεις
ανάληψης δαπάνης για τη μεταφορά των μαθητών για τα προτεινόμενα προς
συγχώνευση και κατάργηση σχολεία που θα εκδώσουν οι οικονομικές υπηρεσίες των
οικείων Περιφερειών.
Πάντως τόσο
φέτος όσο και τα προηγούμενα χρόνια οι συγχωνεύσεις ? καταργήσεις σχολικών μονάδων
προκάλεσαν σοβαρή αναστάτωση σε τοπικές κοινωνίες, που προχώρησαν σε διάφορες
κινητοποιήσεις με δεδομένο ότι δημιουργήθηκε σοβαρό πρόβλημα κυρίως με τις
μετακινήσεις των παιδιών σε σχολεία μακριά από τα σπίτια τους αλλά και με το
φαινόμενο οι μαθητές να στριμώχνονται μέσα στις σχολικές αίθουσες λόγω των
συμπτύξεων τμημάτων.